Ο Γουίλ αλ'Σήν γέλασε ξερά. Δεν ήταν τόσο όμορφος, με την κόκκινη μύτη του που έτρεχε και τα αραιά, αξύριστα γένια έξι ημερών. «Μέρες έχουμε να μυρίσουμε Τρόλοκ. Δείξε λογική, Πέριν. Μπορεί να τους σκοτώσαμε ήδη όλους». Κάποιοι μουρμούρισαν πως συμφωνούσαν.
«Δεν θέλω να σπείρω διχόνοια». Ο Λουκ άπλωσε τα χέρια με μια άδολη χειρονομία. «Σίγουρα έχετε πολλές και λαμπρές επιτυχίες εκτός απ' αυτές που ακούσαμε. Φαντάζομαι πως θα έχετε σκοτώσει εκατοντάδες Τρόλοκ. Ίσως και να τους διώξατε. Ένα έχω να σας πω, το Πεδίο του Έμοντ είναι έτοιμο να σας καλωσορίσει σαν ήρωες. Το ίδιο συμβαίνει και στο Λόφο της Σκοπιάς για εκείνους που μένουν από κει. Κανείς από το Ντέβεν Ράιντ;» Ο Γουίλ ένευσε και ο Λουκ τον χτύπησε στην πλάτη με μια κούφια κίνηση εγκαρδιότητας. «Θα σας καλωσορίσουν σαν ήρωες, αναμφιβόλως».
«Όποιος θέλει να πάει σπίτι του, μπορεί», είπε ο Πέριν ήρεμα. Η Φάιλε τον κοίταξε προειδοποιητικά, σμίγοντας τα φρύδια· δεν έκαναν έτσι οι στρατηγοί. Όμως ο Πέριν δεν ήθελε μαζί του κανέναν που να μη θέλει να βρίσκεται εκεί. Εκτός αυτού, δεν ήθελε να γίνει στρατηγός. «Εγώ προσωπικά δεν νομίζω ότι η δουλειά τελείωσε, αλλά είναι δική σας η επιλογή».
Κανένας δεν δέχτηκε την πρόταση, αν και ο Γουίλ έμοιαζε έτοιμος να φύγει, αλλά είκοσι ακόμα κοίταζαν το χώμα και έσερναν τις μπότες στα περσινά φύλλα.
«Λοιπόν», είπε ανέμελα ο Λουκ, «αν δεν έμειναν Τρόλοκ για να κυνηγήσετε, μάλλον είναι καιρός να στρέψετε την προσοχή σας στους Λευκομανδίτες. Δεν είναι ευχαριστημένοι με τον κόσμο στους Δύο Ποταμούς, που αποφάσισε να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Κι απ' ό,τι αντιλαμβάνομαι, σκοπεύουν να κρεμάσουν εσάς συγκεκριμένα ως παρανόμους, επειδή κλέψατε τους αιχμαλώτους τους».
Αρκετά παλικαράκια εκεί κοιτάχτηκαν ανήσυχα.
Τότε ο Γκαούλ πέρασε σπρώχνοντας το πλήθος, με την Μπάιρ και την Τσιάντ στο κατόπι του. Όχι ότι οι Αελίτες έπρεπε να σπρώξουν· οι άντρες παραμέριζαν μόλις καταλάβαιναν ποιοι ήταν. Ο Λουκ κοίταξε σκεφτικά τον Γκαούλ, ίσως αποδοκιμαστικά· ο Αελίτης τον κοίταξε ανέκφραστα με το σκληρό πρόσωπό του. Τα πρόσωπα του Γουίλ, του Ντάνιλ και των άλλων φωτίστηκαν βλέποντας τους Αελίτες· οι περισσότεροι νόμιζαν ότι υπήρχαν εκατοντάδες ακόμα κρυμμένοι κάπου στα σύδεντρα και τα δάση. Δεν ρωτούσαν ποτέ γιατί τόσοι Αελίτες έμεναν κρυμμένοι και ο Πέριν βεβαίως δεν το έθιγε ποτέ. Αν τους βοηθούσε για να κρατήσουν το κουράγιο τους η πίστη στις ενισχύσεις μερικών εκατοντάδων Αελιτών, τόσο το καλύτερο.
«Τι βρήκες;» ρώτησε ο Πέριν. Ο Γκαούλ έλειπε από την προηγούμενη μέρα· μπορούσε να κινηθεί γρήγορα όσο ένας έφιππος, κι ακόμα πιο γρήγορα στο δάσος, και έβλεπε περισσότερα.
«Τρόλοκ», αποκρίθηκε ο Γκαούλ σαν να ανέφερε παρουσία προβάτων, «που διασχίζουν αυτό το σωστά ονομασμένο Νεροδάσος, με κατεύθυνση προς το νότο, Είναι το πολύ τριάντα και πιστεύω ότι σκοπεύουν να στρατοπεδεύσουν στην άκρη του δάσους και να κάνουν επιδρομή απόψε. Υπάρχουν άντρες που ακόμα κρατάνε τη γη τους στο νότο». Ξαφνικά, τα χείλη του άνοιξαν σε ένα λυκίσιο χαμόγελο. «Δεν με είδαν. Δεν θα έχουν καμία προειδοποίηση».
Η Τσιάντ έγειρε προς την Μπάιρ. «Για Σκυλί της Πέτρας κινείται αρκετά καλά», ψιθύρισε αρκετά δυνατά για να ακουστεί δέκα μέτρα παραπέρα. «Δεν κάνει περισσότερη φασαρία από κουτσό ταύρο».
«Λοιπόν, Γουίλ;» είπε ο Πέριν. «Θέλεις να πας στο Πεδίο του Έμοντ; Μπορείς να ξυριστείς, ίσως να βρεις και κανένα κορίτσι για φίλημα, ενώ αυτοί οι Τρόλοκ θα δειτινούν απόψε».
Ο Γουίλ έγινε κατακόκκινος. «Θα είμαι όπου κι εσύ απόψε, Αϋμπάρα», είπε με σκληρή φωνή.
«Όσο υπάρχουν ακόμα Τρόλοκ, κανείς δεν θέλει να πάει σπίτι του», πρόσθεσε ο Κένλεϋ.
Ο Πέριν κοίταξε τριγύρω τους άλλους και αντίκρισε μόνο νεύματα που συμφωνούσαν. «Εσύ, Λουκ; Θα χαρούμε να έχουμε μαζί μας έναν άρχοντα, που είναι και Κυνηγός του Κέρατος. Θα μπορέσεις να μας δείξεις τι πρέπει να κάνουμε».
Το χαμόγελο του Λουκ έμοιαζε με χαρακιά πάνω σε πέτρα και δεν καθρεφτίστηκε στην έκφραση των παγωμένων, γαλάζιων ματιών του. «Λυπάμαι, αλλά η άμυνα του Πεδίου του Έμοντ με χρειάζεται ακόμα. Πρέπει να φροντίσω για την προστασία των δικών σας, σε περίπτωση που έρθουν εκεί περισσότεροι Τρόλοκ κι όχι μόνο τριάντα. Ή τα Τέκνα του Φωτός. Αρχόντισσα Φάιλε;» Άπλωσε το χέρι του για να τη βοηθήσει να ανέβει στο άλογο, όμως εκείνη κούνησε το κεφάλι.
«Θα μείνω με τον Πέριν, Άρχοντα Λουκ».
«Κρίμα», μουρμούρισε αυτός, σηκώνοντας τους ώμους σαν να έλεγε ότι οι διαθέσεις των γυναικών δεν έχουν εξήγηση. Φόρεσε τα γάντια του, που είχαν κεντημένους λύκους πάνω, κι ανέβηκε επιδέξια στη ράχη του μαύρου αλόγου του. «Καλή τύχη, αφέντη Χρυσομάτη. Ελπίζω να έχετε όλοι καλή τύχη». Με μια μικρή υπόκλιση προς τη Φάιλε, έστριψε επιδεικτικά το ψηλό άτι του και το σπιρούνισε τόσο απότομα για να καλπάσει, που μερικοί αναγκάστηκαν να πηδήξουν στο πλάι.