Выбрать главу

Η Φάιλε κοίταξε τον Πέριν με ύφος που υποσχόταν κήρυγμα περί αγένειας, όταν θα έμεναν μόνοι. Ο Πέριν έμεινε ν' ακούει το άλογο του Λουκ· όταν δεν το άκουγε πια, στράφηκε στον Γκαούλ. «Μπορούμε να βρεθούμε μπροστά από τους Τρόλοκ; Να περιμένουμε κάπου, πριν φτάσουν στο μέρος όπου σκοπεύουν να σταματήσουν;»

«Η απόσταση βολεύει, αν ξεκινήσουμε τώρα», είπε ο Γκαούλ. «Κινούνται σε ευθεία γραμμή και δεν βιάζονται. Έχουν μαζί τους ένα Νυκτοδρομέα. Θα είναι πιο εύκολο να τους ξαφνιάσουμε στις κουβέρτες τους, παρά να τους αντιμετωπίσουμε όταν θα είναι ξύπνιοι». Εννοούσε ότι οι άντρες των Δύο Ποταμών ίσως να τα κατάφερναν καλύτερα· δεν υπήρχε μυρωδιά φόβου πάνω του.

Σε κάποιους άλλους η μυρωδιά του φόβου υπήρχε και μάλιστα έντονα, αλλά κανένας δεν υποστήριξε ότι ίσως να μην ήταν και τόσο καλό το σχέδιο να τα βάλουν με ξύπνιους και σε εγρήγορση Τρόλοκ, οι οποίοι, μάλιστα, είχαν μαζί κι ένα Μυρντράαλ. Μάζεψαν το στρατόπεδο μόλις τους έδωσε τη διαταγή, έσβησαν τις φωτιές, σκόρπισαν τις στάχτες, πήραν τα λιγοστά κατσαρολικά και ανέβηκαν στα κάθε είδους και λογής άλογα και πόνυ τους. Μαζί με τους σκοπούς —ο Πέριν θύμισε στον εαυτό του να κάνει εκείνη τη συζήτηση με τους σκοπούς― έφταναν περίπου τα εβδομήντα άτομα. Σίγουρα ήταν αρκετοί για να στήσουν ενέδρα σε τριάντα Τρόλοκ. Ο Μπαν αλ'Σήν και ο Ντάνιλ ακόμα οδηγούσαν ο καθένας τους μισούς —έμοιαζε ο μόνος τρόπος για να μην ξεσπούν διαφωνίες― ενώ ο Μπίλι αλ'Ντάι, ο Κένλεϋ και άλλοι ήταν επικεφαλής ο καθένας σε περίπου δέκα. Το ίδιο και ο Γουίλ· συνήθως δεν ήταν κακό παιδί, αρκεί να μην είχε στο νου του τις κοπέλες.

Η Φάιλε είχε τη Σουώλοου κοντά στον Γοργοπόδη καθώς ξεκινούσαν προς το νότο, με τους Αελίτες να τρέχουν μπροστά. «Στ' αλήθεια δεν τον εμπιστεύεσαι καθόλου», του είπε. «Νομίζεις ότι είναι Σκοτεινόφιλος».

«Εμπιστεύομαι εσένα, το τόξο μου και το τσεκούρι μου», της είπε. Το πρόσωπό της έδειξε λύπη και χαρά μαζί, μα ήταν η καθαρή αλήθεια.

Ο Γκαούλ τους οδηγούσε προς το νότο επί δύο ώρες πριν στρίψει στο Νεροδάσος, που ήταν ένα σύμπλεγμα από πανύψηλες βελανιδιές, πεύκα και λέδερλιφ, φουντωτές δάφνες και δέντρα ρεντόιλ με κωνικό σχήμα, ψηλές μελίες με στρογγυλές φυλλωσιές, φυτά σουίτμπερυ και μαύρες ιτιές, ενώ χαμηλά υπήρχαν πυκνοί θάμνοι γεμάτοι κληματσίδες. Χίλιοι σκίουροι φλυαρούσαν στα κλαριά, ενώ τσίχλες, σπίνοι και κοκκινολαίμηδες πετούσαν παντού. Ο Πέριν μύριζε επίσης ελάφια, λαγούς και αλεπούδες. Ολόγυρα στο δάσος υπήρχαν άφθονα ρυάκια, νερολακκούβες και λιμνούλες με βούρλα στις όχθες, συχνά κάτω από φυλλωσιές, αλλά μερικές φορές και σε ξέφωτα, με πλάτος που κυμαινόταν από τα δέκα ως τα σχεδόν πενήντα βήματα σε μερικές. Το έδαφος έμοιαζε μουλιασμένο μετά τη βροχή που είχε πιει και έκανε τις οπλές των αλόγων να πλατσουρίζουν.

Ο Γκαούλ σταμάτησε ανάμεσα σε μια μεγάλη λιμνούλα με ιτιές γύρω της και σε ένα στενό ρυάκι με πλάτος ένα βήμα, περίπου δυο μίλια μέσα στο δάσος. Εδώ θα έρχονταν οι Τρόλοκ αν συνέχιζαν την πορεία τους. Οι τρεις Αελίτες έγιναν ένα με τα δέντρα, για να βεβαιωθούν γι' αυτό και να προειδοποιήσουν για την προσέγγισή τους.

Ο Πέριν άφησε τη Φάιλε και καμιά δωδεκαριά άντρες να φυλάνε τα άλογα και έβαλε τους άλλους να απλωθούν σε μια στενή καμπύλη, σαν κούπα όπου θα έμπαιναν οι Τρόλοκ. Όταν βεβαιώθηκε ότι κάθε άντρας ήταν καλά κρυμμένος και ήξερε τι θα έκανε, πήγε στον πάτο της κούπας, πλάι σε μια βελανιδιά, με κορμό πιο χοντρό απ' όσο ήταν ψηλός ο ίδιος.

Βόλεψε το τσεκούρι στη θηλιά της ζώνης του, έβαλε βέλος στη χορδή του τόξου του και περίμενε. Μια απαλή αύρα τον φυσούσε στο πρόσωπο, δυνάμωνε και καταλάγιαζε. Κανονικά θα μύριζε τους Τρόλοκ πριν φανούν. Θα έρχονταν ευθεία πάνω του. Αγγίζοντας πάλι το τσεκούρι του, συνέχισε να περιμένει. Πέρασαν λεπτά. Μία ώρα. Πόσο ακόμα μέχρι να φανούν οι Σκιογέννητοι; Αν κάθονταν κι άλλο σ' αυτή την υγρασία, θα έπρεπε να αλλάξουν χορδές.

Τα πουλιά εξαφανίστηκαν μια στιγμή πριν σιωπήσουν οι σκίουροι. Ο Πέριν πήρε μια βαθιά ανάσα και έσμιξε τα φρύδια. Τίποτα. Σε εκείνη την αύρα σίγουρα θα έπρεπε να έχει οσμιστεί τους Τρόλοκ, την ίδια στιγμή που θα τους ένιωθαν και τα ζώα.

Μια τυχαία ριπή του ανέμου του έφερε την αηδιαστική μπόχα, σαν ιδρώτας και σαπίλα αιώνων. «Είναι πίσω μας! Συγκεντρωθείτε σε μένα! Οι Δύο Ποταμοί σε μένα!» στριφογύρισε και φώναξε. Πίσω. Τα άλογα. «Φάιλε!»