Выбрать главу

Κραυγές και ουρλιαχτά ξέσπασαν από κάθε μεριά, αλυχτήματα και άγριες ιαχές. Ένας Τρόλοκ με κεφάλι τράγου πήδηξε στο ξέφωτο είκοσι βήματα παραπέρα, υψώνοντας ένα μακρύ, κυρτό τόξο. Ο Πέριν τράβηξε τη χορδή ως το αφτί και έριξε με μια ανάλαφρη κίνηση, απλώνοντας το χέρι για να πιάσει άλλο ένα βέλος την ίδια στιγμή που εξαπολυόταν το πρώτο. Η πλατιά αιχμή του βέλους βρήκε τον Τρόλοκ ανάμεσα στα μάτια· αυτός μούγκρισε μια φορά κι έπεσε κάτω. Αλλά το βέλος του πλάσματος, ίσο με μικρό δόρυ, βρήκε τον Πέριν στα πλευρά, σαν να τον είχε χτυπήσει σφυρί.

Άφησε μια κοφτή κραυγή από το πλήγμα και του έπεσαν το τόξο και το βέλος. Ο πόνος απλώθηκε σαν σεντόνι πάνω του από το βέλος με τα μαύρα φτερά· το βέλος ριγούσε όταν ο Πέριν έπαιρνε ανάσα και κάθε ρίγος έφερνε καινούριο πόνο.

Δύο ακόμα Τρόλοκ πήδηξαν πάνω από το νεκρό σύντροφό τους, με μουσούδες σαν λύκοι και κατσικίσια κέρατα, μορφές με μαύρη, πλεχτή πανοπλία μιάμιση φορά το ύψος του Πέριν και δυο φορές το πλάτος του. Του χίμηξαν βελάζοντας, με τα κυρτά σπαθιά σηκωμένα.

Ο Πέριν ανάγκασε τον εαυτό του να σηκωθεί, έτριξε τα δόντια του και έσπασε το βέλος, που είχε πάχος όσο ο αντίχειράς του, έβγαλε το τσεκούρι του και χίμηξε να τους ανταμώσει. Συνειδητοποίησε αμυδρά ότι ούρλιαζε. Ούρλιαζε από οργή, που έκανε τα μάτια του να βλέπουν τα πάντα κόκκινα. Ορθώνονταν από πάνω του με πανοπλίες όλο καρφιά στους αγκώνες και τους ώμους, όμως αυτός ανεβοκατέβαζε το τσεκούρι με λύσσα, σαν να προσπαθούσε με κάθε χτύπημα να κόψει δέντρο. Για την Αντόρα. Για την Ντεσέλ. «Η μητέρα μου!» ούρλιαζε. «Που να καείτε! Η μητέρα μου!»

Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι πετσόκοβε όγκους πεσμένους στο έδαφος. Μουγκρίζοντας, πίεσε τον εαυτό του να σταματήσει, τρέμοντας από την προσπάθεια και από τον πόνο στο πλευρό. Τώρα ακούγονταν λιγότερες φωνές. Λιγότερες κραυγές. Είχε μείνει άλλος εκτός απ' αυτόν; «Συγκεντρωθείτε σε μένα! Οι Δύο Ποταμοί σε μένα!»

«Δύο Ποταμοί!» φώναξε έξαλλα κάποιος πέρα, στο υγρό δάσος, και ύστερα άλλος ένας, «Δύο Ποταμοί!»

Δύο. Μόνο δύο. «Φάιλε!» κραύγασε. «Αχ, Φως μου, Φάιλε!»

Μια μαυρίλα που τρεμόπαιζε κυλώντας ανάμεσα στα δέντρα ανήγγειλε τον Μυρντράαλ πριν ο Πέριν τον δει καθαρά, με το φολιδωτό, μαύρο θώρακα στο στήθος και το μελανό μανδύα να κρέμεται ασάλευτος, παρά το τρέξιμό του. Καθώς τον πλησίαζε, έκοψε την ταχύτητά του και συνέχισε με ένα ερπετοειδές, σίγουρο βάδισμα· ήξερε ότι ήταν πληγωμένος, ήξερε ότι ήταν εύκολη λεία. Το χλωμό, ανόφθαλμο πρόσωπό του τον έλουσε με φόβο. «Φάιλε;» είπε κοροϊδευτικά. Η φωνή του έκανε το όνομα να ηχήσει σαν καμένο δέρμα που τριβόταν. «Η Φάιλέ σου... ήταν γευστικότατη».

Ο Πέριν όρμησε πάνω του με ένα βρυχηθμό. Ένα σπαθί με μαύρη λεπίδα απέκρουσε το πρώτο του χτύπημα. Και το δεύτερο. Το τρίτο. Το άσπρο σαν σκουλήκι πρόσωπο του πλάσματος έδειξε να προσηλώνεται στο στόχο του, όμως το σώμα του κινούνταν σαν οχιά, σαν αστραπή. Προς το παρόν, ο Πέριν το είχε σε θέση άμυνας. Προς το παρόν. Αίμα κυλούσε στο πλευρό του· τον έκαιγε σαν φωτιά καμινιού. Δεν θα άντεχε για πολύ έτσι. Κι όταν θα χανόταν η δύναμή του, το σπαθί θα τον έβρισκε στην καρδιά.

Το πόδι του γλίστρησε στη λάσπη που είχε σκαφτεί κάτω από τις μπότες του και η λεπίδα του Ξέθωρου υψώθηκε, για να κατέβει ― και ένα σβέλτο σπαθί σχεδόν έκοψε το ανόφθαλμο κεφάλι, έτσι που αυτό έπεσε στον έναν ώμο μ' ένα σιντριβάνι μαύρου αίματος. Χτυπώντας στα τυφλά, ο Μυρντράαλ προχώρησε μπροστά παραπατώντας, σκοντάφτοντας, αρνούμενος να πεθάνει τελείως, προσπαθώντας ακόμα να σκοτώσει ενστικτωδώς.

Ο Πέριν βγήκε από το δρόμο του, όμως η προσοχή του ήταν στραμμένη στον άντρα, που σκούπιζε ψυχρά τη λεπίδα του με μια χούφτα φύλλα. Ο μανδύας του Ίχβον, που άλλαζε χρώματα, κρεμόταν στην πλάτη του. «Με έστειλε η Αλάνα να σας βρω. Παραλίγο να μη σας βρω, έτσι που μετακινιόσασταν, αλλά εβδομήντα άλογα αφήνουν ίχνη». Ο σκοτεινός, λιγνός Πρόμαχος έμοιαζε ψύχραιμος, σαν να άναβε την πίπα του μπροστά στο τζάκι. «Οι Τρόλοκ δεν ήταν συνδεμένοι μ' αυτό» —με το σπαθί του έδειξε τον Μυρντράαλ· είχε πέσει κάτω, αλλά ακόμα κάρφωνε στα τυφλά― «και είναι κρίμα, αλλά αν συγκεντρώσεις τους δικούς σου, ίσως οι Τρόλοκ να μην έχουν διάθεση να τα βάλουν μαζί σας χωρίς έναν Απρόσωπο να τους κεντρίζει. Θα εκτιμούσα ότι ήταν καμιά εκατοστή. Τώρα είναι κάπως λιγότεροι. Τους κάνατε κάποια ζημιά». Άρχισε να εξετάζει ήρεμα τις σκιές κάτω από τα δέντρα κι μόνο η λεπίδα στο χέρι του έδειχνε ότι κάτι ξέφευγε από το φυσιολογικό.

Για μια στιγμή μονάχα, ο Πέριν έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Τον γύρευε η Αλάνα; Είχε στείλει τον Ίχβον να τον βρει; Πάνω στην ώρα για να του σώσει τη ζωή. Κούνησε το κεφάλι και ύψωσε πάλι τη φωνή του. «Οι Δύο Ποταμοί σε μένα! Για την αγάπη του Φωτός, συγκεντρωθείτε σε μένα! Εδώ! Συγκεντρωθείτε! Εδώ!»