Выбрать главу

Αυτή τη φορά συνέχισε, ώσπου εμφανίστηκαν γνώριμα πρόσωπα παραπατώντας ανάμεσα στα δέντρα. Ματωμένα πρόσωπα συνήθως. Εμβρόντητα πρόσωπα, παγωμένα. Κάποιοι άντρες στήριζαν όπως μπορούσαν τους άλλους, ενώ κάποιοι είχαν χάσει τα τόξα. Οι Αελίτες ήταν ανάμεσα τους και έμοιαζαν να μην έχουν πάθει τίποτα, αν και ο Γκαούλ κούτσαινε λιγάκι.

«Δεν ήρθαν από κει που περιμέναμε», ήταν το μόνο που είπε ο Αελίτης. Η νύχτα ήταν πιο κρύα απ' όσο περιμέναμε. Η βροχή ήταν πιο δυνατή απ' όσο περιμέναμε. Με τέτοιον τόνο το είπε.

Η Φάιλε ήταν σαν να εμφανιζόταν από το πουθενά μαζί με τα άλογα. Με τα μισά άλογα, μαζί ο Γοργοπόδης και η Σουώλοου, καθώς και με εννιά από τους δώδεκα άντρες που είχε αφήσει μαζί της. Ένα γδάρσιμο σημάδευε το μάγουλό της, αλλά ήταν ζωντανή. Έκανε να την αγκαλιάσει, αλλά εκείνη του έσπρωξε τα χέρια και μουρμούρισε θυμωμένα για το σπασμένο βέλος, ενώ ταυτόχρονα παραμέριζε απαλά το σακάκι από το χοντρό ξύλο, προσπαθώντας να δει πού είχε χωθεί.

Ο Πέριν κοίταξε εξεταστικά τους άντρες γύρω του. Είχαν σταματήσει πια να έρχονται, αλλά κάποια πρόσωπα έλειπαν. Ο Κένλεϋ Άχαν. Ο Μπίλι αλ'Ντάι. Ο Τέβεν Μάργουιν. Έβαλε τον εαυτό του να πει τα ονόματα των απόντων, τον έβαλε να τα μετρήσει. Είκοσι επτά. Είκοσι επτά δεν ήταν εκεί. «Φέρατε όλους τους τραυματίες;» ρώτησε ζαλισμένα. «Έχει μείνει κανείς εκεί πέρα;» Το χέρι της Φάιλε τρεμούλιασε στο πλευρό του· η συνοφρυωμένη έκφραση της, καθώς κοίταζε την πληγή του, έδειχνε μαζί ανησυχία και οργή. Είχε δικαίωμα να θυμώνει. Κακώς την είχε μπλέξει σ' όλα αυτά.

«Μόνο οι νεκροί», είπε ο Μπαν αλ'Σήν με φωνή βαριά, σαν το πρόσωπό του.

Ο Γουίλ έμοιαζε να κοιτάζει κατσουφιασμένος κάτι παραπέρα, που δεν φαινόταν. «Είδα τον Κένλεϋ», είπε. «Το κεφάλι του ήταν στη διχάλα μιας βελανιδιάς και ο υπόλοιπος ήταν κάτω, στη ρίζα της. Τον είδα. Τώρα πια δεν θα τον ενοχλεί το κρυολόγημά του». Φτερνίστηκε και έδειξε να ξαφνιάζεται.

Ο Πέριν αναστέναξε βαθιά και ευχήθηκε να μην το είχε κάνει· ο πόνος τον κέντρισε στο πλευρό και μετά απλώθηκε παντού, κάνοντάς τον να σφίξει τα δόντια. Η Φάιλε, με μια χρυσοπράσινη, μεταξωτή εσάρπα τυλιγμένη στο χέρι, προσπαθούσε να του βγάλει το πουκάμισο από το παντελόνι. Αυτός της έσπρωξε το χέρι στην άκρη, παρά τη βλοσυρή έκφρασή της· δεν ήταν τώρα η στιγμή για να περιποιηθούν τις πληγές τους. «Οι πληγωμένοι στα άλογα», είπε όταν μπόρεσε να μιλήσει. «Ίχβον, θα μας επιτεθούν;» Το δάσος έμοιαζε υπερβολικά ήσυχο. «Ίχβον;» Ο Πρόμαχος εμφανίστηκε από το δάσος, τραβώντας πίσω του ένα σκούρο γκρίζο μουνούχι με ζωηρό βλέμμα. Ο Πέριν επανέλαβε την ερώτηση.

«Ίσως. Ίσως όχι. Από μόνοι τους, οι Τρόλοκ σκοτώνουν ό,τι είναι ευκολότερο. Δίχως Ημιανθρώπους, θα προτιμούσαν να βρουν ένα αγρόκτημα, παρά κάποιον να τους γεμίσει βέλη. Φρόντισε όσοι μπορούν να σταθούν να έχουν τόξο με βέλος στη χορδή, ακόμα και αν δεν μπορούν να την τραβήξουν. Μπορεί οι Τρόλοκ να κρίνουν ότι το τίμημα της διασκέδασης είναι πολύ υψηλό».

Ο Πέριν ανατρίχιασε. Αν επιτίθονταν οι Τρόλοκ, θα διασκέδαζαν σαν να ήταν χορός τη Μέρα του Ήλιου. Ο Ίχβον και οι Αελίτες ήταν οι μόνοι πραγματικά έτοιμοι να αντισταθούν. Και η Φάιλε— τα μαύρα μάτια της άστραφταν με οργή. Έπρεπε να την πάει σε ασφαλές μέρος.

Ο Πρόμαχος δεν πρόσφερε το δικό του άλογο για τους τραυματίες, κάτι λογικό. Το ζώο μάλλον δεν θα άφηνε άλλον στη ράχη του, ενώ σε περίπτωση που ξανάρχονταν οι Τρόλοκ, ένα άλογο γυμνασμένο για πόλεμο, με τον αναβάτη του στη σέλα, θα ήταν ένα επίφοβο όπλο. Ο Πέριν προσπάθησε να πει στη Φάιλε να ανέβει στη Σουώλοου, όμως εκείνη τον έκοψε. «Οι τραυματίες», του είπε μαλακά. «Θυμάσαι;»

Προς μεγάλη του αηδία, η Φάιλε επέμεινε να τον ανεβάσει στον Γοργοπόδη. Ο Πέριν περίμενε ότι οι άλλοι θα διαμαρτύρονταν που τους είχε οδηγήσει σ' αυτό τον όλεθρο, αλλά κανείς δεν το έκανε. Τα άλογα μόλις που έφταναν για όσους δεν μπορούσαν να περπατήσουν και για όσους δεν μπορούσαν να περπατήσουν πολύ —παραδέχτηκε με δυσφορία ότι ανήκε στους δεύτερους― κι έτσι κατέληξε στο δικό του άλογο. Οι μισοί από τους άλλους αναβάτες πιάνονταν για να μην πέσουν. Αυτός κάθισε στητός, σφίγγοντας τα δόντια.

Αυτοί που περπατούσαν ή παραπατούσαν, καθώς και κάποιοι απ' αυτούς που ήταν καβάλα, έσφιγγαν τα τόξα σαν να σήμαιναν τη σωτηρία τους. Κι ο Πέριν κρατούσε τόξο, το ίδιο και η Φάιλε, αν και ο Πέριν αμφέβαλλε αν αυτή μπορούσε έστω και να λυγίσει ένα Δυποταμίτικο, μακρύ τόξο. Αυτό που μετρούσε τώρα ήταν η εικόνα· μια ψευδαίσθηση, που ίσως να τους οδηγούσε στην ασφάλεια. Σαν τον Ίχβον, έτοιμοι να πεταχτούν σαν μαστίγιο, οι τρεις Αελίτες έμοιαζαν ίδιοι με πριν καθώς προχωρούσαν μπροστά· είχαν περάσει τα δόρατα στο λουρί της φαρέτρας στην πλάτη και κρατούσαν το τόξο έτοιμο στο χέρι. Οι υπόλοιποι, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου, ήταν ένα θλιβερό θέαμα, που δεν είχε καμία ομοιότητα με την ομάδα που είχε φέρει ως εδώ, όταν όλοι προχωρούσαν με πεποίθηση και καμάρι. Όμως η ψευδαίσθηση πέτυχε όσο θα πετύχαινε και η πραγματικότητα. Στο πρώτο μίλι που διένυσαν στην μπλεγμένη βλάστηση, το αεράκι του έφερνε την μπόχα των Τρόλοκ, την οσμή των Τρόλοκ που τους ακολουθούσαν, που καραδοκούσαν. Ύστερα η δυσωδία χάθηκε αργά, εξαφανίστηκε, καθώς οι Τρόλοκ τους άφηναν να φύγουν, έχοντας παραπλανηθεί από μια ψευδαίσθηση.