Выбрать главу

Η Φάιλε περπατούσε πίσω από τον Γοργοπόδη με το ένα χέρι στο πόδι του Πέριν, σαν να τον στήριζε. Πού και πού σήκωνε το βλέμμα πάνω του και του χαμογελούσε ενθαρρυντικά, αλλά η έγνοια γέμιζε ρυτίδες το μέτωπό της. Της χαμογελούσε όσο πιο πλατιά μπορούσε, για να την κάνει να πιστέψει ότι ήταν καλά. Είκοσι επτά. Δεν μπορούσε να διώξει αυτά τα ονόματα από το μυαλό του. Ο Κόλλυ Γκάρρεν και ο Τζάρεντ Αϋντήρ. Ο Ντάελ αλ'Τάρον και ο Ρεν Τσάντιν. Είκοσι επτά άνθρωποι των Δύο Ποταμών, τους οποίους είχε σκοτώσει από τη βλακεία του. Είκοσι επτά.

Πήραν τον πιο ίσιο δρόμο για να βγουν από το Νεροδάσος και έφτασαν στην άκρη του κάποια στιγμή το απόγευμα. Δεν ήξεραν να πουν πόσο αργά ήταν, με τον ουρανό να είναι ακόμα κρυμμένος στη μουντάδα, τα πάντα βουλιαγμένα σε θαμπές σκιές. Μπροστά τους εκτείνονταν λιβάδια με ψηλό χορτάρι, αραιά δέντρα, κάποια σκόρπια πρόβατα και λίγες αγροικίες στο βάθος. Από καμία καμινάδα δεν υψωνόταν καπνός· αν ήταν κανείς σε εκείνα τα σπίτια, όλο και κάτι ζεστό θα μαγείρευαν στην κουζίνα. Το κοντινότερο σύννεφο καπνού έμοιαζε να είναι το λιγότερο πέντε μίλια πιο πέρα.

«Πρέπει να βρούμε ένα αγρόκτημα για να περάσουμε τη νύχτα», είπε ο Ίχβον. «Κάποιο μέρος με στέγη, σε περίπτωση που βρέξει ξανά. Με φωτιά. Φαγητό». Κοίταξε τους Δυποταμίτες. «Με νερό και επιδέσμους», πρόσθεσε.

Ο Πέριν απλώς ένευσε. Ο Πρόμαχος ήξερε καλύτερα απ' αυτόν τι ήταν σωστό να γίνει. Ακόμα κι ο γερο-Μπίλι Κόνγκαρ, με το στομάχι γεμάτο μπύρα, μάλλον θα ήταν καλύτερος. Άφησε τον Γοργοπόδη απλώς να ακολουθεί το γκρίζο άλογο του Ίχβον.

Πριν κάνουν πάνω από ένα μίλι δρόμο, το αφτί του Πέριν έπιασε μια αμυδρή μουσική, βιολιά και φλάουτα που έπαιζαν εύθυμους σκοπούς. Στην αρχή του φάνηκε ότι ονειρευόταν, ύστερα όμως την άκουσαν και οι άλλοι, ανταλλάσσοντας ματιές σαν να μην το πίστευαν και ύστερα χαμόγελα ανακούφισης. Η μουσική σήμαινε ανθρώπους, ανθρώπους χαρούμενους, κρίνοντας από τους ήχους, κάποιους που γλεντούσαν. Το γεγονός ότι υπήρχε κάποιος που είχε κάτι να γιορτάσει έφτανε για να ταχύνουν το βήμα.

41

Ανάμεσα Στους Τουάθα'αν

Μπροστά τους εμφανίστηκαν συγκεντρωμένες άμαξες, λίγο προς το νότο, σαν σπιτάκια σε ρόδες ― ψηλά, ξύλινα κουτιά βαμμένα και λακαρισμένα σε έντονες αποχρώσεις του κόκκινου, του γαλάζιου, του πράσινου και του κίτρινου, βαλμένες να σχηματίζουν ένα μεγάλο κύκλο γύρω από μερικές βελανιδιές με χοντρό κορμό. Από κει ερχόταν η μουσική. Ο Πέριν είχε ακούσει ότι υπήρχαν Μάστορες, Ταξιδιώτες, εδώ στους Δύο Ποταμούς, αλλά δεν είχε δει κανέναν ως τώρα. Εκεί κοντά, τα πεδικλωμένα άλογα μασουλούσαν το ψηλό χορτάρι.

«Θα κοιμηθώ αλλού», είπε ο Γκαούλ παγωμένα, όταν είδε ότι ο Πέριν σκόπευε να πάει στις άμαξες, και έφυγε χωλαίνοντας χωρίς άλλη λέξη.

Η Μπάιρ και η Τσιάντ μιλούσαν χαμηλόφωνα αλλά έντονα στη Φάιλε. Ο Πέριν έπιασε αρκετές λέξεις και κατάλαβε ότι ήθελαν να την πείσουν να περάσει τη νύχτα μαζί τους σε κάποια ασφαλή λόχμη και όχι μαζί με τους «Ξεστρατισμένους». Έμοιαζαν να αποστρέφονται την ιδέα ότι θα μιλούσε με τους Μάστορες, πόσο μάλλον ότι θα έτρωγε ή θα κοιμόταν μαζί τους. Το χέρι της Φάιλε έσφιξε πιο δυνατά το πόδι του Πέριν καθώς αρνιόταν ήρεμα, αποφασισμένα. Οι δύο Κόρες κοιτάχτηκαν σμίγοντας τα φρύδια, τα γαλάζια μάτια αντάμωσαν τα γκρίζα με βαθύτατη έγνοια, αλλά πριν πλησιάσουν πολύ στις άμαξες των Ταξιδιωτών, έφυγαν τρέχοντας προς το μέρος που είχε πάει ο Γκαούλ. Εντούτοις, έμοιαζαν να έχουν ξαναβρεί κάπως το κέφι τους. Ο Πέριν άκουσε την Τσιάντ να προτείνει να πείσουν τον Γκαούλ να παίξει ένα παιχνίδι που λεγόταν Φιλί της Κόρης. Γελούσαν καθώς απομακρύνονταν.

Άντρες και γυναίκες δούλευαν στον καταυλισμό, έραβαν, διόρθωναν χάμουρα, μαγείρευαν, έπλεναν ρούχα και παιδιά, σήκωναν μια άμαξα για να αλλάξουν έναν τροχό. Άλλα παιδιά έτρεχαν κι έπαιζαν, ή χόρευαν στους σκοπούς που έπαιζαν πέντ' έξι άντρες με βιολιά και φλάουτα. Από τους γηραιότερους ως τους νεότερους, οι Μάστορες φορούσαν ρούχα ακόμα πιο φανταχτερά από τις άμαξές τους, με συνδυασμούς που ζάλιζαν τον παρατηρητή, τους οποίους σίγουρα τους είχαν διαλέξει στα τυφλά. Κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα φορούσε τέτοιες αποχρώσεις, κι ελάχιστες γυναίκες.