Καθώς η οικτρή ομάδα πλησίαζε τις άμαξες, έπεσε σιωπή και οι άνθρωποι σταμάτησαν ό,τι έκαναν για να παρακολουθήσουν με ανησυχία· οι γυναίκες αγκάλιαζαν τα μωρά τους, ενώ τα παιδιά έτρεχαν να κρυφτούν πίσω από τους μεγάλους και κρυφοκοίταζαν πίσω από τα πόδια τους ή έκρυβαν τα πρόσωπά τους σε φουστάνια. Ένας γκριζομάλλης κοντός με νευρώδες σώμα βγήκε μπροστά και υποκλίθηκε με σοβαρότητα, πιέζοντας και με τα δύο χέρια το στήθος του. Φορούσε ένα λαμπερό μπλε σακάκι με ψηλό γιακά και ένα φαρδύ παντελόνι με ένα τόσο έντονα πράσινο χρώμα, που έμοιαζε να λάμπει, χωμένο σε μπότες που έφταναν ως το γόνατο. «Σας καλωσορίζουμε στη φωτιά μας. Ξέρετε το τραγούδι;»
Στην αρχή, καθώς προσπαθούσε να μη διπλωθεί στα δύο από το βέλος που είχε μέσα του, ο Πέριν μπόρεσε μόνο να τον κοιτάζει. Τον ήξερε αυτό τον άνθρωπο, τον Μάχντι, τον Αναζητητή αυτού του καραβανιού. Πόσο πιθανό ήταν; αναρωτήθηκε. Απ όλους τους Μάστορες σ' ολόκληρο τον κόσμο, πόσο πιθανό ήταν να βρω αυτούς που ξέρω; Οι συμπτώσεις τον αναστάτωναν· όταν το Σχήμα δημιουργούσε συμπτώσεις, ο Τροχός έμοιαζε να βιάζει τα γεγονότα. Αρχίζω να σκέφτομαι σαν ης καμένες τις Άες Σεντάι. Το τόξο ξεπερνούσε τις δυνάμεις του, αλλά το τελετουργικό το θυμόταν. «Το καλωσόρισμά σου μου ζεσταίνει το πνεύμα, Ράεν, αλλά δεν ξέρω το τραγούδι». Η Φάιλε και ο Ίχβον τον κοίταξαν απορημένοι, όμως όχι λιγότερο από τους Δυποταμίτες. Κρίνοντας από τα μουρμουρητά που άκουγε από τον Μπαν, τον Τελ και τους άλλους, τους είχε δώσει κάτι ακόμα για να λένε.
«Τότε συνεχίζουμε να αναζητούμε», είπε με επίσημο τόνο ο άντρας με το νευρώδες κορμί. «Όπως ήταν, έτσι θα ξαναγίνει, αρκεί να θυμόμαστε, να αναζητήσουμε και να βρούμε». Έκανε μια γκριμάτσα και περιεργάστηκε τα ματωμένα πρόσωπα που τον αντίκριζαν, ενώ το βλέμμα του στρεφόταν αλλού όταν έβλεπε όπλα. Οι Ταξιδιώτες δεν άγγιζαν τίποτα που θεωρούσαν όπλο. «Καλωσορίσατε στις φωτιές μας. Έχουμε ζεστό νερό, επιδέσμους και καταπλάσματα. Ξέρεις το όνομά μου», είπε στον Πέριν, κοιτάζοντάς τον ερευνητικά. «Φυσικά. Τα μάτια σου».
Η σύζυγος του Ράεν είχε πάει στο πλευρό του καθώς αυτός μιλούσε, μια παχουλή γυναίκα, γκριζομάλλα, αλλά με αφράτα μάγουλα, ένα κεφάλι ψηλότερη από το σύζυγό της. Η κόκκινη μπλούζα της, η χτυπητή κίτρινη φούστα και η εσάρπα με τα πράσινα κρόσσια θάμπωναν το μάτι, αλλά ο τρόπος της ήταν μητρικός. «Πέριν Αϋμπάρα!» είπε. «Καλά το κατάλαβα ότι ξέρω αυτό το πρόσωπο. Είναι μαζί σου ο Ιλάυας;»
Ο Πέριν κούνησε το κεφάλι. «Έχω να τον δω πολύ καιρό, Ίλα».
«Ζει μια ζωή βίας», είπε λυπημένα ο Ράεν. «Όπως κι εσύ. Η ζωή της βίας είναι μια κηλιδωμένη ζωή, ακόμα κι αν είναι μακρά».
«Μην προσπαθείς να τον φέρεις στην Οδό του Φύλλου εκεί που στέκεται, Ράεν», είπε ζωηρά η Ιλα, όχι όμως απότομα. «Είναι τραυματισμένος. Όλοι τους».
«Μα τι κάνω;» μουρμούρισε ο Ράεν. Ύψωσε τη φωνή και μίλησε ξανά. «Ελάτε, άνθρωποί μου. Ελάτε να βοηθήσετε. Είναι πληγωμένοι. Ελάτε να βοηθήσετε».
Άντρες και γυναίκες μαζεύτηκαν γρήγορα, μουρμουρίζοντας πονετικά λόγια, καθώς βοηθούσαν τους τραυματισμένους να κατέβουν από τα άλογα για να τους οδηγήσουν στις άμαξες τους, ή να τους κουβαλήσουν, όταν ήταν ανάγκη. Ο Γουίλ και μερικοί άλλοι έδειξαν να ανησυχούν που θα χώριζαν, όχι όμως ο Πέριν. Η βία ήταν το τελευταίο που θα σκέφτονταν οι Τουάθα’αν. Δεν σήκωναν χέρι σε κανέναν, ούτε καν για να υπερασπίσουν τη ζωή τους.
Ο Πέριν ανακάλυψε ότι έπρεπε να δεχτεί τη βοήθεια του Ίχβον για να ξεπεζέψει. Κατεβαίνοντας, κύματα πόνου ξεπηδούσαν από το πλευρό του. «Ράεν», είπε λαχανιασμένα, «δεν πρέπει να είστε εδώ. Πολεμήσαμε Τρόλοκ ούτε πέντε μίλια απ' αυτό το σημείο. Πάρε τους ανθρώπους σου στο Πεδίο του Έμοντ. Θα είναι ασφαλείς εκεί».
Ο Ράεν δίστασε —και φάνηκε να ξαφνιάζεται― πριν κουνήσει το κεφάλι. «Ακόμα κι αν το επιθυμούσα, οι άνθρωποί μου δεν θα το ήθελαν, Πέριν. Προσπαθούμε να μην καταλύουμε κοντά έστω και στο μικρότερο χωριό, και όχι μόνο επειδή οι χωρικοί ίσως μας κατηγορήσουν ψευδώς ότι κλέψαμε ό,τι έχασαν, ή ότι πείθουμε τα παιδιά τους να ακολουθήσουν την Οδό. Όπου οι άνθρωποι χτίζουν τα σπίτια κοντά υπάρχει το ενδεχόμενο της βίας. Οι Τουάθα'αν το ξέρουν αυτό από το Τσάκισμα. Η ασφάλεια είναι οι άμαξες μας και το γεγονός ότι μετακινούμαστε συνεχώς, αναζητώντας συνεχώς το τραγούδι». Μια παραπονεμένη έκφραση φάνηκε στο πρόσωπό του. «Παντού ακούμε τα νέα να λένε για βία, Πέριν. Όχι μόνο εδώ, στους Δύο Ποταμούς. Στον κόσμο υπάρχει μια αίσθηση αλλαγής, καταστροφής. Σύντομα θα πρέπει να βρούμε το τραγούδι. Αλλιώς δεν πιστεύω ότι θα το βρούμε ποτέ».