«Θα το βρείτε το τραγούδι», είπε χαμηλόφωνα ο Πέριν. Ίσως να αποστρέφονταν τόσο πολύ τη βία, που αυτό να μην μπορούσε να το υπερβεί ακόμα και ένας τα'βίρεν· ίσως ακόμα και ένας τα'βίρεν να μην μπορούσε να πολεμήσει την Οδό του Φύλλου. Και σ' αυτόν κάποτε είχε φανεί ελκυστική. «Πραγματικά ελπίζω να το βρείτε».
«Ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει», είπε ο Ράεν. «Τα πάντα πεθαίνουν στον καιρό τους. Ίσως ακόμα και το τραγούδι». Η Ίλα αγκάλιασε παρηγορητικά το σύζυγό της, αν και το βλέμμα της ήταν ταραγμένο, σαν το δικό του.
«Ελάτε», είπε προσπαθώντας να κρύψει την ανησυχία της, «πρέπει να σας πάμε μέσα. Οι άντρες είναι ικανοί να κάθονται να συζητάνε, ακόμα κι αν έχουν πιάσει φωτιά τα σακάκια τους». Στράφηκε στη Φάιλε. «Είσαι πολύ όμορφη, μικρή μου. Μάλλον θα πρέπει να προσέχεις τον Πέριν. Πάντα τον βλέπω παρέα με όμορφες κοπέλες». Η Φάιλε τον κοίταξε ήρεμα, συλλογισμένα, και μετά προσπάθησε να το πάρει στ' αστεία.
Ο Πέριν κατόρθωσε να φτάσει ως την άμαξα του Ράεν —κίτρινη, με κόκκινο χρώμα στις άκρες, κόκκινες και κίτρινες ακτίνες σε ψηλές ρόδες με κόκκινα στεφάνια, κόκκινα και κίτρινα μπαούλα δεμένα έξω, πλάι σε μια φωτιά στο κέντρο του καταυλισμού― αλλά όταν πάτησε το πόδι στο πρώτο σκαλί της ξύλινης σκάλας στο πίσω μέρος, τα γόνατά του λύγισαν. Ο Ίχβον και ο Ράεν σχεδόν τον κουβάλησαν μέσα, ενώ τους ακολούθησαν βιαστικά η Φάιλε με την Ίλα, και τον ξάπλωσαν σε ένα κρεβάτι στο μπροστινό τμήμα της άμαξας, το οποίο μόλις άφηνε χώρο για τη συρόμενη πόρτα που οδηγούσε στο κάθισμα του οδηγού.
Ήταν πραγματικά σαν ένα μικρό σπίτι, είχε ακόμα και ροζ κουρτίνες στα παραθυράκια, που ήταν ένα σε κάθε πλευρά, δεξιά κι αριστερά. Αυτός έμεινε εκεί ξαπλωμένος, κοιτάζοντας την οροφή. Κι εδώ μέσα, επίσης, οι Μάστορες χρησιμοποιούσαν όλα τα χρώματα· το ταβάνι ήταν βαμμένο ουρανί και λακαρισμένο, τα ψηλά ντουλάπια πράσινα και κίτρινα. Η Φάιλε του έλυσε τη ζώνη και του πήρε το τσεκούρι και τη φαρέτρα, ενώ η Ίλα έψαχνε σε ένα ντουλαπάκι. Ο Πέριν δεν φαινόταν να δείχνει κανένα ενδιαφέρον γι' αυτά που έκαναν.
«Όλοι μπορούν να αιφνιδιαστούν», είπε ο Ίχβον. «Μάθε απ' αυτό, αλλά μην το πάρεις κατάκαρδα. Ακόμα και ο Άρτουρ ο Γερακόφτερος δεν κέρδισε όλες τις μάχες».
«Ο Άρτουρ ο Γερακόφτερος». Ο Πέριν προσπάθησε να γελάσει, αλλά το γέλιο έγινε βογκητό. «Ναι», κατάφερε να πει. «Σίγουρα δεν είμαι ο Άρτουρ ο Γερακόφτερος, έτσι δεν είναι;»
Η Ίλα κοίταξε συνοφρυωμένη τον Πρόμαχο —ή μάλλον το σπαθί του· έμοιαζε να το θεωρεί χειρότερο από το τσεκούρι του Πέριν — και πλησίασε το κρεβάτι με μια στοίβα διπλωμένους επιδέσμους. Όταν τράβηξε το πουκάμισο του Πέριν γύρω από το βέλος, έκανε ένα μορφασμό. «Δεν νομίζω ότι έχω την ικανότητα να το βγάλω. Είναι χωμένο βαθιά».
«Είναι ακιδωτό», είπε ο Ίχβον με έναν τόνο σαν να μιλούσε για τον καιρό. «Οι Τρόλοκ δεν χρησιμοποιούν συχνά τόξο, αλλά όταν το κάνουν, τα βέλη είναι ακιδωτά».
«Έξω», είπε η παχουλή Μαστόρισσα γυρνώντας προς το μέρος του. «Έξω κι εσύ, Ράεν. Η περιποίηση των τραυματιών δεν είναι αντρική δουλειά. Πάνε καλύτερα να δεις αν ο Μοσέα έβαλε τη ρόδα στην άμαξά του, ή ακόμα».
«Καλή ιδέα», είπε ο Ράεν. «Μάλλον αύριο θα χρειαστεί να μετακινηθούμε. Ο τελευταίος χρόνος ήταν όλο κοπιαστικά ταξίδια», εκμυστηρεύθηκε στον Πέριν. «Πήγαμε ως την Καιρχίν, γυρίσαμε στο Γκεάλνταν, ανεβήκαμε στο Άντορ. Αύριο νομίζω».
Όταν έκλεισε πίσω τους η κόκκινη πόρτα, η Ίλα στράφηκε ανήσυχα στη Φάιλε. «Αν είναι ακιδωτό, δεν νομίζω ότι μπορώ να το αφαιρέσω. Αν χρειαστεί, θα προσπαθήσω, αλλά αν είναι εδώ κοντά κάποιος που να ξέρει απ' αυτά τα πράγματα...»
«Υπάρχει κάποιος στο Πεδίο του Έμοντ», την καθησύχασε η Φάιλε. «Αλλά είναι ασφαλές να το αφήσουμε μέσα του μέχρι αύριο;»
«Ίσως πιο ασφαλές, παρά να το κόψω. Μπορώ να του φτιάξω κάτι να πιει για τον πόνο και να ετοιμάσω ένα κατάπλασμα για να μη μολυνθεί».
«Γεια χαρά. Με θυμάστε; Εδώ μπροστά είμαι. Μη μιλάτε μεταξύ σας», είπε ο Πέριν, αγριοκοιτάζοντας τις δύο γυναίκες.
Για μια στιγμή τον κοίταξαν.
«Κράτα τον ακίνητο», είπε η Ίλα στη Φάιλε. «Ασε τον να μιλά, δεν πειράζει, αλλά μην τον αφήσεις να κουνηθεί. Ίσως τραυματιστεί χειρότερα».
«Θα το φροντίσω», απάντησε η Φάιλε.
Ο Πέριν έτριξε τα δόντια και προσπάθησε να τις βοηθήσει να του βγάλουν το σακάκι και το πουκάμισο, αλλά την περισσότερη δουλειά την έκαναν εκείνες. Ένιωθε αδύναμος σαν σίδερο στη φωτιά, έτοιμος να λυγίσει με κάθε πίεση. Δέκα πόντοι από το βέλος, που ήταν χοντρό σαν τον αντίχειρά του, ξεπρόβαλλαν ακριβώς πάνω από το τελευταίο πλευρό του, μέσα από μια σουφρωμένη οπή, που μέσα της είχε πήξει και ξεραθεί το αίμα. Του έσπρωξαν το κεφάλι στο μαξιλάρι για κάποιο λόγο, μη θέλοντας να τον αφήσουν να το βλέπει. Η Φάιλε πρόσεχε την πληγή, ενώ η Ίλα ετοίμαζε το βάλσαμο με γουδί και γουδοχέρι ― τα οποία ήταν από απλή, λεία, γκρίζα πέτρα, τα πρώτα πράγματα που έβλεπε η Φάιλε στον καταυλισμό να μην είναι βαμμένα με λαμπερά χρώματα. Άπλωσαν το βάλσαμο γύρω από το βέλος και τον έδεσαν με επιδέσμους για να το κρατήσουν.