«Ο Ράεν κι εγώ θα κοιμηθούμε κάτω από την άμαξα απόψε», είπε τελικά η Τουάθα’αν, σκουπίζοντας τα χέρια. Κοίταξε συνοφρυωμένη το κομμάτι του βέλους που ξεπρόβαλλε από τους επιδέσμους του και κούνησε το κεφάλι. «Κάποτε νόμιζα ότι μπορεί τελικά να έβρισκε την Οδό του Φύλλου. Ήταν ένα πράο αγόρι, νομίζω».
«Η Οδός του Φύλλου δεν είναι για όλους», είπε καλοσυνάτα η Φάιλε, όμως η Ίλα κούνησε ξανά το κεφάλι.
«Είναι για όλους», αποκρίθηκε η άλλη εξίσου καλοσυνάτα και κάπως λυπημένα, «αρκεί μόνο να το ήξεραν».
Τους άφησε και η Φάιλε κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, σκουπίζοντάς του το πρόσωπο με ένα διπλωμένο πανί. Για κάποιο λόγο, έμοιαζε να χύνει άφθονο ιδρώτα.
«Τα θαλάσσωσα», είπε αυτός ύστερα από λίγη ώρα. «Όχι, είναι πολύ μαλακό αυτό. Δεν ξέρω ποια είναι η σωστή λέξη».
«Δεν τα θαλάσσωσες», του είπε σταθερά. «Έκανες αυτό που έμοιαζε σωστό εκείνη τη στιγμή. Ήταν σωστό· δεν μπορώ να φανταστώ πώς βγήκαν πίσω μας. Ο Γκαούλ δεν κάνει λάθη όταν πάει να βρει που είναι οι εχθροί του. Ο Ίχβον είχε δίκιο, Πέριν. Όλοι μπορεί να αντιμετωπίσουν συνθήκες που έχουν αλλάξει χωρίς να το γνωρίζουν. Τους κράτησες όλους ενωμένους. Μας γλίτωσες από κει».
Αυτός κούνησε δυνατά κεφάλι, κάτι που χειροτέρεψε τον πόνο στο πλευρό του. «Ο Ίχβον μας γλίτωσε από κει. Αυτό που έκανα εγώ ήταν που πήγα είκοσι επτά ανθρώπους να σκοτωθούν», είπε πικρά, προσπαθώντας να ανασηκωθεί για να την κοιτάξει. «Κάποιοι ήταν φίλοι μου, Φάιλε. Κι εγώ πήγα και τους σκότωσα».
Η Φάιλε κράτησε τους ώμους του μ όλο της το βάρος, για να μην τον αφήσει να ανασηκωθεί. Η ευκολία με την οποία τον κράτησε κάτω έδειχνε πόσο εξασθενημένος ήταν. «Θα έχεις ώρα γι' αυτά το πρωί», του είπε σταθερά, κοιτώντας τον στο πρόσωπο, «όταν θα πρέπει να σε ξανανεβάσουμε στο άλογό σου. Δεν μας γλίτωσε ο Ίχβον· νομίζω ότι δεν θα τον ένοιαζε αν φεύγατε από κει μόνο εσύ κι αυτός. Αν δεν ήσουν εσύ, αυτοί οι άντρες θα σκορπίζονταν δεξιά κι αριστερά και τότε οι Τρόλοκ θα μας κυνηγούσαν όλους. Δεν θα είχαν μείνει ενωμένοι για τον Ίχβον, για έναν ξένο. Όσο για τους φίλους σου —» Αναστέναξε και κάθισε πάλι. «Πέριν, ο πατέρας μου λέει ότι ο στρατηγός μπορεί να φροντίσει τους ζωντανούς ή να κλάψει τους νεκρούς, αλλά δεν μπορεί να τα κάνει και τα δύο».
«Δεν είμαι στρατηγός, Φάιλε. Είμαι ένας βλάκας σιδεράς, που νόμιζε ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει άλλους ανθρώπους για να βρει δικαιοσύνη, ή ίσως για να εκδικηθεί. Ακόμα το ίδιο θέλω, αλλά δεν θέλω να χρησιμοποιήσω άλλους γι' αυτό».
«Λες να φύγουν οι Τρόλοκ, επειδή εσύ αποφάσισες ότι τα συναισθήματά σου δεν είναι αρκετά αγνά;» Η φλόγα στη φωνή της τον έκανε να σηκώσει το κεφάλι, αυτή όμως τον έσπρωξε στο μαξιλάρι σχεδόν με βία. «Είναι λιγότερο ρυπαροί; Για να τους πολεμήσεις χρειάζεσαι αγνότερο λόγο από το γεγονός ότι είναι Τρόλοκ; Κάτι ακόμα που λέει ο πατέρας μου. Η χειρότερη αμαρτία που μπορεί να κάνει ένας στρατηγός, χειρότερη από γκάφες, χειρότερη από ήττες, χειρότερη από κάθε τι, είναι να εγκαταλείψει τους άντρες που βασίζονται πάνω του».
Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα και ένας λιγνός, καλοκαμωμένος νεαρός Μάστορας, που φορούσε ένα σακάκι με κόκκινες και πράσινες ρίγες, μπήκε μέσα. Αστραψε ένα χαμόγελο στη Φάιλε, κατάλευκα δόντια, όλο γοητεία, και μετά κοίταξε τον Πέριν. «Ο παππούς είπε ότι εσύ είσαι. Καλά μου φαινόταν ότι η Εγκουέν μας είχε πει ότι είναι από δω». Ξαφνικά έσμιξε τα φρύδια αποδοκιμαστικά. «Τα μάτια σου. Βλέπω ότι ακολούθησες τον Ιλάυας τελικά, για να τρέξεις με τους λύκους. Ήμουν σίγουρος ότι ποτέ δεν θα έβρισκες την Οδό του Φύλλου».
Ο Πέριν τον ήξερε· ήταν ο Άραμ, ο εγγονός του Ράεν και της Ίλα. Δεν τον συμπαθούσε· χαμογελούσε σαν τον Γουίλ. «Φύγε, Άραμ. Είμαι κουρασμένος».
«Είναι μαζί σου η Εγκουέν;»
«Η Εγκουέν τώρα είναι Άες Σεντάι, Άραμ», μούγκρισε, «και θα σου ξερίζωνε την καρδιά με τη Μία Δύναμη, αν της ζητούσες να χορέψετε. Φύγε!»
Ο Άραμ βλεφάρισε και έκλεισε βιαστικά την πόρτα. Απ' έξω.
Ο Πέριν έγειρε το κεφάλι στο μαξιλάρι. «Πολύ χαμογελά», μουρμούρισε. «Δεν αντέχω αυτούς που χαμογελάνε πολύ». Η Φάιλε έκανε έναν ήχο σαν να είχε στραβοκαταπιεί κι εκείνος την κοίταξε καχύποπτα. Δάγκωνε το κάτω χείλος της.
«Έχω κάτι στο λαιμό», είπε με πνιγμένη φωνή και σηκώθηκε γοργά. Έτρεξε στο πλατύ ράφι στην κάτω άκρη του κρεβατιού, εκεί που η Ίλα είχε ετοιμάσει το κατάπλασμα, και του γύρισε την πλάτη, βάζοντας νερό από μια πράσινη και κόκκινη κανάτα σε μια γαλάζια και κίτρινη κούπα. «Θες κι εσύ κάτι να πιεις; Η Ίλα άφησε αυτή τη σκόνη για τον πόνο. Θα σε βοηθήσει να κοιμηθείς».