Выбрать главу

«Δεν θέλω καμιά σκόνη», της είπε. «Φάιλε, ποιος είναι ο πατέρας σου;»

Η Φάιλε μαρμάρωσε. Ύστερα από μια στιγμή, γύρισε κρατώντας την κούπα και με τα δύο χέρια, με ένα δυσανάγνωστο βλέμμα στα γερτά μάτια της. Πέρασε άλλο ένα λεπτό μέχρι να του μιλήσει. «Ο πατέρας μου είναι ο Ντάβραμ του Οίκου Ντάβραμ, Άρχοντας του Μπασίρε, του Τυρ και του Σιντόνα, Προστάτης της Μεθορίου της Μάστιγας, Υπερασπιστής της Χώρας, Στρατάρχης της Βασίλισσας Τενοβία της Σαλδαία. Και θείος της».

«Φως μου! Τι ήταν αυτά που έλεγες, ότι ήταν έμπορος μαλλιού, ή γουναράς; Θυμάμαι που κάποτε εμπορευόταν και παγοπιπεριές».

«Δεν ήταν ψέμα», του είπε απότομα και έπειτα πρόσθεσε με ψιλή φωνή: «Απλώς δεν ήταν... όλη η αλήθεια. Τα κτήματα του πατέρα μου όντως προσφέρουν ξυλεία για κάθε χρήση, όπως και παγοπιπεριές, γουναρικά και πολλά άλλα. Και οι διαχειριστές που έχει τα πουλάνε κι έτσι είναι έμπορος. Κατά έναν τρόπο».

«Γιατί δεν μου το είπες; Έκρυβες πράγματα. Έλεγες ψέματα. Είσαι μια αρχόντισσα!» Την κοίταξε με σμιγμένα τα φρύδια, κατηγορώντας τη. Δεν το περίμενε αυτό. Να ήταν ο πατέρας της ένας μικρός έμπορος, ένας πρώην στρατιώτης, ίσως ναι, μα όχι αυτό. «Φως μου, τι θες και τριγυρνάς ως Κυνηγός του Κέρατος; Μη μου πεις ότι ο Άρχοντας του Μπασίρε και των υπόλοιπων σε έστειλε να ζήσεις περιπέτειες».

Κρατώντας ακόμα την κούπα, πήγε και κάθισε πλάι του. Για κάποιο λόγο έμοιαζε προσηλωμένη στο πρόσωπό του. «Οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί μου πέθαναν, Πέριν, ο ένας πολεμώντας Τρόλοκ, ο άλλος πέφτοντας από το άλογό του ενώ κυνηγούσε. Έτσι έμεινα εγώ, η μεγαλύτερη, κι αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να μάθω λογιστικά και το εμπόριο. Ενώ οι μικρότεροι αδελφοί μου μάθαιναν πώς να είναι στρατιώτες, ενώ προετοιμάζονταν για περιπέτειες, εγώ έπρεπε να μάθω πώς να εποπτεύω τα κτήματα! Είναι το καθήκον του μεγαλύτερου. Καθήκον! Είναι βαρετό, μονότονο και πληκτικό. Σε θάβουν στα χαρτιά και τους υπαλλήλους.

»Όταν ο πατέρας πήρε μαζί του τον Μήντιν στη Μεθόριο της Μάστιγας —είναι δυο χρόνια μικρότερός μου― τότε το ποτήρι ξεχείλισε. Στη Σαλδαία οι κοπέλες δεν διδάσκονται το σπαθί ή τον πόλεμο, όμως ο πατέρας μου είχε πάρει για υπηρέτη μου έναν παλιό στρατιώτη από την πρώτη μονάδα του και ο Έραν πάντα με προθυμία μου δίδασκε πώς να χρησιμοποιώ το μαχαίρι και πώς να μάχομαι με γυμνά χέρια. Νομίζω ότι τον διασκέδαζε. Εν πάση περιπτώσει, όταν ο πατέρας πήρε μαζί του τον Μήντιν, είχαν φτάσει τα νέα για το Μεγάλο Κυνήγι του Κέρατος κι έτσι... έφυγα. Κι έφτασα στο Ίλιαν πάνω στην ώρα για να δώσω τον όρκο του Κυνηγού...» Πήρε το πανί και του σκούπισε πάλι το ιδρωμένο πρόσωπο, «Πρέπει να κοιμηθείς, αν μπορείς».

«Φαντάζομαι δηλαδή ότι είσαι η Αρχόντισσα Μπασίρε ή κάτι τέτοιο;» της είπε. «Πώς και έδειξες συμπάθεια σε έναν κοινό θνητό, που είναι σιδεράς;»

«Η σωστή λέξη είναι “αγάπη”, Πέριν Αϋμπάρα». Η κοφτή φωνή της ερχόταν σε αντίθεση με την τρυφερότητα με την οποία το πανί του σκούπιζε το πρόσωπο. «Και επίσης νομίζω ότι δεν είσαι τόσο κοινός θνητός». Το πανί σταμάτησε. «Πέριν, τι εννοούσε αυτός, ότι έτρεχες με τους λύκους; Ο Ράεν, επίσης, ανέφερε κάποιον Ιλάυας».

Για λίγο ο Πέριν πάγωσε, δεν ανάσαινε καν. Αλλά την είχε μαλώσει που του κρατούσε μυστικά. Να τι παθαίνεις όταν θυμώνεις και βιάζεσαι. Αν βιαστείς να κατεβάσεις το σφυρί, θα βρεις το δάχτυλό σου. Αφησε την ανάσα του να βγει αργά και της εξήγησε. Πώς είχε ανταμώσει τον Ιλάυας Ματσίρα και είχε μάθει ότι μπορούσε να μιλά στους λύκους. Πώς τα μάτια του είχαν αλλάξει χρώμα, η όρασή του είχε γίνει οξύτερη και επίσης η όσφρηση και η ακοή του, σαν λύκου. Για το λυκίσιο όνειρο. Γι' αυτό που ίσως του συνέβαινε, αν παρατούσε ποτέ την ανθρώπινη υπόσταση του. «Είναι πολύ εύκολο. Μερικές φορές, ειδικά στο όνειρο, ξεχνώ ότι είμαι άνθρωπος και όχι λύκος. Τουλάχιστον μέσα στο μυαλό μου. Είμαι σαν μια σχεδόν λάθος εικόνα λύκου. Δεν θα μείνει τίποτα από εμένα». Σταμάτησε, περίμενε να τη δει να μορφάζει, να φεύγει.

«Αν τα αφτιά σου ακούνε στ' αλήθεια τόσο καλά», του είπε αυτή ήρεμα, «τότε να προσέχω τι λέω κοντά σου».

Της έπιασε το χέρι, για να σταματήσει να τον σκουπίζει. «Άκουσες τι είπα; Τι θα σκεφτούν ο πατέρας και η μητέρα σου, Φάιλε; Ένας ημίλυκος σιδεράς. Είσαι αρχόντισσα! Φως μου!»

«Άκουσα κάθε λέξη. Ο πατέρας θα συμφωνήσει. Πάντα έλεγε ότι το αίμα της οικογένειάς μας νερώνει· δεν είναι όπως ήταν τον παλιό καιρό. Ξέρω ότι με θεωρεί τρομερά μαλθακή». Του χάρισε ένα χαμόγελο που θα ταίριαζε σε λύκο. «Φυσικά, η μητέρα μου πάντα ήθελε να παντρευτώ ένα βασιλιά, που θα κόβει τους Τρόλοκ στα δύο με μια σπαθιά. Φαντάζομαι ότι θα πρέπει να βολευτεί με το τσεκούρι σου, αλλά μήπως θα μπορούσες να της πεις ότι είσαι ο βασιλιάς των λύκων; Δεν νομίζω ότι θα βγει κανείς να διαψεύσει το δικαίωμά σου στο θρόνο. Η αλήθεια είναι ότι η μητέρα μου θα αρκεστεί στο ξεκοίλιασμα των Τρόλοκ, αλλά πραγματικά πιστεύω ότι θα ήθελε και το άλλο».