Выбрать главу

«Φως μου!» είπε εκείνος βραχνά. Μιλούσε σχεδόν σοβαρά. Όχι, μιλούσε απολύτως σοβαρά. Αν έστω και τα μισά απ' όσα έλεγε ήταν σοβαρά, ίσως να ήταν προτιμότεροι οι Τρόλοκ από μια γνωριμία με τους γονείς της.

«Έλα», είπε φέρνοντας την κούπα στα χείλη του. «Μου φαίνεται ότι στέγνωσε ο λαιμός σου».

Κατάπιε και τινάχτηκε με την πικρή γεύση. Του είχε βάλει μέσα τη σκόνη της Ίλα! Προσπάθησε να σταματήσει, αλλά εκείνη του γέμισε το στόμα και είτε θα το κατάπινε, είτε θα πνιγόταν. Όταν μπόρεσε να σπρώξει την κούπα, η Φάιλε του είχε αδειάσει μέσα στο στόμα τη μισή. Γιατί τα φάρμακα είχαν πάντα τόσο φρικτή γεύση; Υποψιαζόταν ότι οι γυναίκες το έκαναν σκοπίμως. Θα έβαζε στοίχημα ότι εκείνα που έφτιαχναν γι' αυτές δεν είχαν τέτοια γεύση. «Σου είπα ότι δεν θέλω τέτοιο πράγμα. Μπλιαξ!»

«Το είπες; Ε, δεν θα τ' άκουσα. Αλλά είτε το είπες, είτε όχι, σου χρειάζεται ύπνος». Του χάιδεψε τα σγουρά μαλλιά. «Κοιμήσου, Πέριν μου».

Προσπάθησε να της εξηγήσει ότι πράγματι το είχε πει κι ότι τον είχε ακούσει, αλλά τα λόγια μπερδεύτηκαν στη γλώσσα του. Τα μάτια του ήθελαν να κλείσουν. Ή, καλύτερα, δεν μπορούσε να τα ανοίξει. Το τελευταίο που άκουσε, πριν κοιμηθεί, ήταν το απαλό μουρμουρητό της.

«Κοιμήσου, λύκε βασιλιά μου. Κοιμήσου».

42

Ένα Φύλλο Που Λείπει

Ο Πέριν στεκόταν κοντά στις άμαξες των Τουάθα'αν, κάτω από το λαμπρό φως του ήλιου, μονάχος του, και δεν υπήρχε βέλος στο πλευρό του, δεν υπήρχε πόνος. Ανάμεσα στις άμαξες είδε στοιβαγμένα ξύλα για φωτιά έτοιμα για άναμμα, κάτω από σιδερένια καζάνια που στηρίζονταν σε τρίποδα, ενώ ρούχα κρέμονταν σε σχοινιά· δεν υπήρχαν πουθενά άνθρωποι ή άλογα. Δεν φορούσε ούτε σακάκι, ούτε πουκάμισο, αλλά ένα μακρύ γιλέκο σιδερά, που άφηνε τα μπράτσα του γυμνά. Μπορεί να ήταν σαν κάθε όνειρο, μόνο που είχε επίγνωση ότι ήταν όνειρο. Και ήξερε την αίσθηση του λυκίσιου ονείρου, την πραγματικότητα και την απτότητά του, από το ψηλό χορτάρι γύρω από τις μπότες του και την αύρα από τα δυτικά, που του χάιδευε τα σγουρά μαλλιά, ως τις αραιές μελίες και τις δάφνες. Όμως οι φανταχτερές άμαξες των Μαστόρων δεν έμοιαζαν πραγματικές· υπήρχε η αίσθηση ότι δεν είχαν υπόσταση, ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να τρεμόπαιζαν και να εξαφανίζονταν. Οι Μάστορες ποτέ δεν έμεναν πολύ καιρό στο ίδιο μέρος. Το χώμα δεν τους κρατούσε.

Αναρωτήθηκε πόσο τους κρατούσε η γη και ακούμπησε το χέρι στο τσεκούρι του — και κατέβασε έκπληκτος το βλέμμα. Από τη διχάλα της ζώνης του κρεμόταν το βαρύ σφυρί σιδερά, όχι ο πέλεκυς. Έσμιξε τα φρύδια· κάποτε θα μπορούσε να είχε διαλέξει αυτή την οδό, και μάλιστα πίστευε ότι την είχε διαλέξει, όχι όμως άλλο πια. Ο πέλεκυς. Είχε διαλέξει το τσεκούρι. Η κεφαλή του σφυριού ξαφνικά έγινε ημικυκλική λεπίδα με χοντρή αιχμή, ύστερα τρεμόσβησε και ξανάγινε ο γερός κύλινδρος από κρύο ατσάλι, και συνέχισε να τρεμοπαίζει ανάμεσα σ' αυτές τις δύο μορφές. Τελικά σταμάτησε στο τσεκούρι του και ο Πέριν άφησε την ανάσα του να βγει αργά. Αυτό δεν είχε ξανασυμβεί. Εδώ πέρα μπορούσε με ευκολία να αλλάζει τα πράγματα κατά βούληση, τουλάχιστον τα πράγματα πάνω του. «Και αυτό που θέλω είναι ο πέλεκυς», είπε σταθερά, «Ο πέλεκυς».

Κοίταξε γύρω του και στο νότο μόλις που διέκρινε μια αγροικία, ενώ σ' ένα χωράφι με βρώμη, που το περικύκλωνε ένας πρόχειρος, πέτρινος τοίχος, είδε ελάφια να βόσκουν. Δεν είχε την αίσθηση των λύκων και δεν κάλεσε τον Άλτη. Ο λύκος μπορεί να ερχόταν, μπορεί και όχι, ή να μην τον άκουγε καν, όμως ο Μακελάρης μπορεί να ήταν κάπου εκεί έξω. Μια γεμάτη φαρέτρα κρεμάστηκε στη ζώνη του στην άλλη μεριά από το τσεκούρι και στο χέρι απέκτησε ένα γερό, μακρύ τόξο με έτοιμο στη χορδή ένα βέλος με πλατιά αιχμή. Τον αριστερό πήχη του κάλυπτε μια μακριά, δερμάτινη χειρίδα. Τίποτα δεν σάλευε, εκτός από εκείνα τα ελάφια.

«Μάλλον δεν θα ξυπνήσω γρήγορα», μουρμούρισε μόνος του. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που τον είχε ποτίσει η Φάιλε, τον είχε πιάσει αμέσως· το θυμόταν καθαρά, σαν να την έβλεπε πάνω από τον ώμο της. «Μου το πότισε σαν να ήμουν μωρό», μούγκρισε. Γυναίκες!

Με μια από εκείνες τις πελώριες δρασκελιές —η γη θόλωσε ολόγυρά του― μπήκε στην αυλή του αγροτόσπιτου. Δυο-τρεις κότες σκόρπισαν, τρέχοντας σαν να είχαν ήδη αγριέψει. Δεν υπήρχαν πρόβατα στο πέτρινο μαντρί, ενώ και οι δύο αχυρώνες με τις καλαμοσκεπές ήταν αμπαρωμένοι. Παρά τις κουρτίνες, που βρίσκονταν ακόμα στα παράθυρα, το μονόπατο σπιτάκι έμοιαζε άδειο. Αν ήταν ένα αληθινό είδωλο του ξυπνητού κόσμου —και το λυκίσιο όνειρο έτσι ήταν, με έναν παράξενο τρόπο― τότε οι άνθρωποι που ήταν εδώ είχαν φύγει από μέρες. Η Φάιλε είχε δίκιο· η προειδοποίησή του είχε διαδοθεί πέρα από τα μέρη που είχε πάει ο ίδιος.