«Η Φάιλε», μουρμούρισε απορημένος. Θυγατέρα άρχοντα. Όχι, όχι απλού άρχοντα. Τρεις φορές άρχοντας, ήταν στρατηγός και θείος της βασίλισσας. «Φως μου, αυτό σημαίνει ότι είναι ξαδέρφη βασίλισσας!» Και αγαπούσε έναν απλό σιδερά. Οι γυναίκες ήταν θαυμαστά παράξενες.
Θέλοντας να δει πόσο είχε εξαπλωθεί η προειδοποίηση, προχώρησε με γωνιώδεις ελιγμούς ως τα μισά του δρόμου προς το Ντέβεν Ράιντ, κάνοντας ένα μίλι με κάθε δρασκελιά, κι ύστερα γύρισε πίσω και ακολούθησε πάλι την ίδια πορεία, αλλά με αντίθετους ελιγμούς. Οι περισσότερες φάρμες που είδε έμοιαζαν άδειες με τον ίδιο τρόπο· ούτε μία στις πέντε δεν έδειχναν σημάδια ανθρώπινης παρουσίας, με τις πόρτες και τα παράθυρα ανοιχτά, την μπουγάδα κρεμασμένη στα σχοινιά, με κούκλες, τσέρκια και σκαλιστά ξύλινα αλογάκια κοντά στο κατώφλι. Ειδικά τα παιχνίδια έκαναν το στομάχι του να σφίγγεται. Ακόμα κι αν δεν πίστευαν την προειδοποίησή του, σίγουρα υπήρχαν αρκετές καμένες φάρμες γύρω που να λένε το ίδιο πράγμα, σωροί από καρβουνιασμένα δοκάρια και καμινάδες μαυρισμένες σαν γυμνά, νεκρά δάχτυλα.
Σκύβοντας για να ξαναβάλει στη θέση της μια κούκλα με χαμογελαστό, γυάλινο πρόσωπο και φορεματάκι με κεντημένα λουλουδάκια —κάποια γυναίκα αγαπούσε πολύ την κόρη της για να κάνει τέτοιο λεπτοτέχνημα με τη βελόνα― έμεινε ακίνητος και ανοιγόκλεισε τα μάτια. Η ίδια κούκλα βρισκόταν πάλι στα πέτρινα σκαλιά, απ' όπου την είχε πάρει. Όπως άπλωνε το χέρι, εκείνη που κρατούσε ξεθώριασε και χάθηκε.
Κάτι σαν μαύρη αστραπή στον ουρανό τον ξεσήκωσε από κει που ήταν θαμπωμένος. Κοράκια, κάπου είκοσι ή τριάντα μαζεμένα, πετούσαν προς το Δυτικό Δάσος. Προς τα Όρη της Ομίχλης, όπου είχε πρωτοδεί τον Μακελάρη. Στάθηκε να τα παρακολουθεί ψυχρά, μέχρι που έγιναν μαύρες κουκκίδες και χάθηκαν. Έπειτα ξεκίνησε στο κατόπι τους.
Μεγάλες, γοργές δρασκελιές τον μετέφεραν πέντε μίλια μακριά η καθεμιά και η γη ήταν μια θολούρα από την ταχύτητα, εκτός μόνο από τη στιγμή ανάμεσα στη μια δρασκελιά και την άλλη. Μπήκε στο πυκνό, γεμάτο βράχια Δυτικό Δάσος, διέσχισε τους Λόφους της Άμμου με την αραιή βλάστηση, χώθηκε μέσα στα νεφοσκεπή βουνά, όπου τα έλατα, τα πεύκα και τα λέδερλιφ γέμιζαν κοιλάδες και πλαγιές, μετά στην ίδια εκείνη κοιλάδα όπου είχε πρωτοδεί εκείνον που ο Άλτης αποκαλούσε Μακελάρη, ως τη βουνοπλαγιά όπου είχε επιστρέψει από το Δάκρυ.
Εκεί ήταν η Πύλη, κλειστή, με το φύλλο του Αβεντεσόρα να μοιάζει απλώς άλλο ένα ανάμεσα στα μυριάδες περίτεχνα σκαλισμένα φύλλα και κληματσίδες. Σκόρπια δέντρα, ροζιασμένα, σμιλεμένα από τον άνεμο, φύτρωναν στο λιγοστό χώμα ανάμεσα στις γυαλισμένες από τη φωτιά πέτρες, όπου είχε καεί η Μανέθερεν. Το φως του ήλιου λαμπύριζε στα νερά του Μανεθερεντρέλε πιο κάτω. Ένα αεράκι από την κοιλάδα του έφερε οσμές από ελάφια, λαγούς, αλεπούδες. Απ' όσο έβλεπε, τίποτα δεν σάλευε.
Πάνω που ήταν έτοιμος να φύγει, σταμάτησε. Το φύλλο του Αβεντεσόρα. Ένα φύλλο. Ο Λόιαλ είχε κλειδώσει την Πύλη, βάζοντας και τα δύο φύλλα απ' αυτή τη μεριά. Γύρισε και ένιωσε τις τρίχες του να σηκώνονται όρθιες. Η Πύλη έστεκε ανοιχτή, με τις δίδυμες μάζες της ζωντανής πρασινάδας να σαλεύουν στην αύρα, εκθέτοντας τη μουντή, αργυρή επιφάνεια· το καθρέφτισμά του τρεμούλιαζε εκεί πάνω. Πώς; αναρωτήθηκε. Ο Λόιαλ το κλείδωσε το παλιόπραμα.
Χωρίς να συνειδητοποιεί πώς είχε διασχίσει την ενδιάμεση απόσταση, βρέθηκε ξαφνικά μπροστά ακριβώς από την Πύλη. Στο χλωρό συνονθύλευμα του εσωτερικού των δύο φύλλων της Πύλης δεν υπήρχε το τριμερές φύλλο. Ήταν παράξενη η σκέψη ότι εκείνη τη στιγμή, στον ξυπνητό κόσμο, κάποιος —ή κάτι― περνούσε από το σημείο που στεκόταν εκείνη τη στιγμή. Άγγιξε τη μουντή επιφάνεια και γρύλισε. Λες και ήταν καθρέφτης· το χέρι του γλίστρησε πάνω της, σαν να ήταν απαλό γρασίδι.
Με την άκρη του ματιού του είδε το φύλλο του Αβεντεσόρα ξαφνικά να εμφανίζεται στη θέση του από μέσα και πήδηξε πίσω, πάνω στη στιγμή που η Πύλη άρχισε να κλείνει. Κάποιος —ή κάτι― είχε βγει έξω, ή είχε μπει μέσα. Έξω. Σίγονρα βγήκε έξω. Ήθελε να πιστέψει ότι δεν ήταν κι άλλοι Τρόλοκ και Ξέθωροι, που έρχονταν στους Δύο Ποταμούς. Τα φύλλα έκλεισαν, έγιναν πάλι πέτρινα σμιλεύματα.
Η μόνη προειδοποίηση που είχε ήταν η αίσθηση ότι κάτι τον παρακολουθούσε. Πήδηξε —μια φευγαλέα εικόνα από κάτι μαύρο, που έσχιζε το σημείο όπου πριν βρισκόταν το στήθος του· ένα βέλος — μ' εκείνα τα σάλτα που θάμπωναν τον κόσμο, άγγιξε την απέναντι πλαγιά και ξαναπήδηξε, βγήκε από την κοιλάδα της Μανέθερεν, χώθηκε σε ένα σύδεντρο από ψηλά έλατα και συνέχισε. Ενώ έτρεχε, οι σκέψεις του στριφογυρνούσαν, έβλεπε με το νου του την κοιλάδα και το βέλος. Είχε έρθει από εκείνη την κατεύθυνση, με εκείνη τη γωνία όταν τον είχε φτάσει, άρα έπρεπε να έχει έρθει από...