Ένα τελικό άλμα τον ξανάφερε σε μια πλαγιά πάνω από τον τάφο της Μανέθερεν και καμπούριασε ανάμεσα σε κάτι καχεκτικά, γερμένα από τον άνεμο πεύκα με το τόξο έτοιμο. Κάτω του, ανάμεσα στα κοντά δέντρα και τα αγκωνάρια, ήταν το μέρος απ' όπου είχε έρθει το βέλος. Ο Μακελάρης πρέπει να ήταν κάπου εκεί κάτω. Πρέπει να ήταν εκεί...
Δίχως να το σκεφτεί, ο Πέριν πήδηξε μακριά και τα βουνά έγιναν μια γκρίζα και καφετιά και πράσινη θολούρα.
«Παραλίγο», μούγκρισε. Παραλίγο να επαναλάβει το λάθος του στο Νεροδάσος, όπου είχε νομίσει ότι ο εχθρός θα κινούνταν και θα περίμενε όπου βόλευε τον Πέριν.
Αυτή τη φορά έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και με μόνο τρεις αστραπιαίες δρασκελιές έφτασε στην άκρη των Λόφων της Άμμου, ελπίζοντας να μην τον είχε δει ο άλλος. Αυτή τη φορά έκανε ένα μεγάλο κύκλο, πήγε ψηλά στην ίδια βουνοπλαγιά, εκεί που ο αέρας ήταν αραιός και κρύος και τα λίγα δέντρα ήταν απλώς θάμνοι με χοντρό κορμό, που απείχαν πενήντα και παραπάνω βήματα μεταξύ τους, πιο πάνω από κει που κάποιος θα καθόταν να περιμένει κάποιον άλλο, κάποιος που θα ήθελε να πλησιάσει κρυφά στο μέρος απ’ όπου είχε έρθει εκείνο το βέλος.
Και να που το θήραμά του ήταν εκεί, εκατό βήματα πιο κάτω, ένας ψηλός μελαχρινός με σκούρο μανδύα, που ζάρωνε πλάι σε μια γρανιτένια προεξοχή μεγάλη σαν τραπέζι, με το τόξο του έτοιμο στο χέρι και το βέλος στη σχεδόν τραβηγμένη χορδή, ο οποίος μελετούσε την πλαγιά παρακάτω με ενθουσιασμό και υπομονή. Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπε καλά ο Πέριν· εκατό βήματα ήταν μικρή απόσταση για τα μάτια του. Το σακάκι του με τον ψηλό γιακά είχε Μεθορίτικο κόψιμο και το πρόσωπό του έμοιαζε τόσο με του Λαν, που θα μπορούσε να είναι αδελφός του Πρόμαχου. Μόνο που ο Λαν δεν είχε αδελφούς —δεν είχε καθόλου ζωντανούς συγγενείς, απ' όσο ήξερε ο Πέριν― και αν είχε κανέναν, τότε δεν θα ήταν εδώ. Μεθορίτης, όμως. Μπορεί να ήταν Σιναρανός, αν και τα μαλλιά του ήταν μακριά, όχι ξυρισμένα και με μία μόνο πλεξούδα στην κορυφή του κρανίου, και τα κρατούσε ένα πλεχτό, δερμάτινο κορδόνι σαν του Λαν. Δεν μπορεί να ήταν Μαλκιρινός· ο τελευταίος ζωντανός Μαλκιρινός ήταν ο Λαν.
Δεν είχε σημασία από πού είχε έρθει· ο Πέριν δεν ένιωθε κανέναν ενδοιασμό καθώς τέντωνε τη χορδή του τόξου και σημάδευε με την πλατιά αιχμή τη ράχη του Μακελάρη. Ο άνθρωπος είχε δοκιμάσει να τον σκοτώσει με ενέδρα. Η κατηφορική βολή είχε τη δυσκολία της.
Ίσως να καθυστέρησε πολύ, ή ίσως ο άλλος να ένιωσε το παγωμένο βλέμμα του, αλλά ξαφνικά ο Μακελάρης έγινε μια θολούρα, που χυνόταν προς τα ανατολικά.
Ο Πέριν βλαστήμησε και τον καταδίωξε με τρεις δρασκελιές ως τους Λόφους της Άμμου και μετά με άλλη μια ως το Δυτικό Δάσος. Ανάμεσα στις βελανιδιές, τα λέδερλιφ και τους θάμνους, ο Μακελάρης είχε εξαφανιστεί.
Ο Πέριν κοντοστάθηκε και έστησε αφτί. Σιωπή. Οι σκίουροι και τα πουλιά είχαν παγώσει. Πήρε μια βαθιά εισπνοή. Ένα μικρό κοπάδι ελάφια είχε περάσει πρόσφατα από κει. Και υπήρχε μια αμυδρή οσμή, ανθρώπινη αλλά πολύ ψυχρή για άνθρωπο, χωρίς συναισθήματα, μια οσμή βασανιστικά γνώριμη στο μυαλό του. Ο Μακελάρης ήταν κάπου κοντά. Ο αέρας ήταν ασάλευτος, σαν το δάσος· δεν υπήρχε η παραμικρή αύρα για να του δείξει από που είχε έρθει η οσμή.
«Καλό κόλπο, Χρυσομάτη, να κλειδώσεις την Πύλη».
Ο Πέριν ζάρωσε κάτω, τεντώνοντας τα αφτιά. Σ' αυτή την πυκνή βλάστηση δεν μπορούσε να καταλάβει από πού είχε έρθει η φωνή. Ούτε ένα φυλλαράκι δεν θρόιζε.
«Αν ήξερες πόσοι Σκιογέννητοι πέθαναν προσπαθώντας να βγουν από τις Οδούς εκεί, θα χαιρόταν η καρδιά σου. Το Μάτσιν Σιν έστησε γλέντι σε εκείνη την πόρτα, Χρυσομάτη. Αλλά δεν ήταν και τέλειο το κόλπο. Το είδες με τα μάτια σου: η πόρτα τώρα είναι ανοιχτή».
Εκεί, προς τα δεξιά. Ο Πέριν γλίστρησε στα δέντρα αθόρυβα, σαν τότε που κυνηγούσε εδώ πέρα.
«Στην αρχή ήταν μόνο λίγες εκατοντάδες, Χρυσομάτη. Μόνο όσοι χρειάζονταν για να απασχολούν εκείνους τους ανόητους, τους Λευκομανδίτες, και για να σκοτώσουν τον αποστάτη». Ο θυμός χρωμάτισε τη φωνή του Μακελάρη. «Που να με καταπιεί η Σκιά, ο άνθρωπος αυτός είναι πιο τυχερός κι από το Λευκό Πύργο». Ξαφνικά χασκογέλασε. «Όμως εσύ, Χρυσομάτη. Η παρουσία σου ήταν έκπληξη. Υπάρχουν κάποιοι που θέλουν το κεφάλι σου σε πάσσαλο. Τώρα θα ρημάξουμε τους πολυαγαπημένους σου, τους Δύο Ποταμούς, για να σε ξετρυπώσουμε. Τι λες γι' αυτό, Χρυσομάτη;»