Ο Πέριν μαρμάρωσε κοντά στο ροζιασμένο κορμό μιας μεγάλης βελανιδιάς. Γιατί μιλούσε τόσο πολύ; Γιατί μιλούσε καν; Με παρασέρνει κοντά τον.
Ακούμπησε την πλάτη στο χοντρό κορμό της βελανιδιάς και εξέτασε το δάσος. Καμία κίνηση. Ο Μακελάρης ήθελε να τον φέρει κοντύτερα. Σίγουρα ήταν ενέδρα. Ο Πέριν ήθελε να τον βρει και να του ξεριζώσει το λαρύγγι. Όμως πολύ εύκολα μπορεί να πέθαινε ο ίδιος, κι αν συνέβαινε αυτό, τότε κανένας δεν θα ήξερε ότι η Πύλη ήταν ανοιχτή και ότι οι Τρόλοκ έρχονταν κατά εκατοντάδες, ίσως και κατά χιλιάδες. Δεν θα έπαιζε το παιχνίδι του Μακελάρη.
Με ένα χαμόγελο όλο παγωνιά, βγήκε από το λυκίσιο όνειρο, λέγοντας στον εαυτό του να ξυπνήσει, και...
...η Φάιλε είχε τα χέρια της πλεγμένα γύρω από το λαιμό του και το πρόσωπό της κολλημένο στο δικό του, ενώ τα βιολιά των Μαστόρων τραγουδούσαν κάποιο ζωηρό, φλογερό σκοπό γύρω από τις φωτιές. Η σκόνη της Ίλα. Δεν μπορώ να ξυπνήσω! Ή επίγνωση ότι ήταν όνειρο χάθηκε από το νου του. Γελώντας, πήρε τη Φάιλε στην αγκαλιά του και την πήγε στις σκιές, όπου το χορτάρι ήταν μαλακό.
Το ξύπνημα ήταν μια βραδεία διαδικασία, με επίκεντρο το διάχυτο πόνο που απλωνόταν στο πλευρό του. Από τα μικρά παράθυρα χυνόταν το φως της μέρας. Λαμπερό φως. Πρωί. Δοκίμασε να ανασηκωθεί κι έπεσε πίσω μ' ένα βογκητό.
Η Φάιλε πετάχτηκε από ένα χαμηλό σκαμνάκι· τα μαύρα μάτια της έδειχναν ότι δεν είχε κοιμηθεί. «Μην κουνιέσαι», του είπε. «Αρκετά σπαρταρούσες στον ύπνο σου. Πάλευα να μη γυρίσεις στο πλάι και καρφώσεις για τα καλά μέσα σου αυτό το βέλος. Δεν θέλω να το πάθεις μπροστά στα μάτια μου τώρα που ξύπνησες». Ο Ίχβον είχε γείρει στην κάσα της πόρτας σαν σκοτεινή λεπίδα.
«Βοήθησέ με να σηκωθώ», είπε ο Πέριν. Πονούσε όταν μιλούσε, αλλά πονούσε κι όταν ανάσαινε επίσης, αλλά ήταν ανάγκη να μιλήσει. «Πρέπει να πάω στα βουνά. Στην Πύλη».
Εκείνη του έπιασε το μέτωπο σμίγοντας τα φρύδια. «Δεν έχει πυρετό», μουρμούρισε. Ύστερα μίλησε πιο δυνατά. «Θα πας στο Πεδίο του Έμοντ, όπου κάποια Άες Σεντάι θα μπορέσει να σε Θεραπεύσει. Δεν θα τρέχεις στα βουνά να σκοτωθείς με το βέλος μέσα σου. Μ' άκουσες; Αν ξανακούσω κουβέντα για όρη και Πύλες, θα βάλω την Ίλα να ετοιμάσει κάτι που θα σε ξαναβάλει να κοιμηθείς και θα ταξιδέψεις σε φορείο. Αναρωτιέμαι μήπως αυτός τελικά είναι ο καλύτερος τρόπος».
«Οι Τρόλοκ, Φάιλε! Η Πύλη είναι πάλι ανοιχτή! Πρέπει να τους σταματήσω!»
Η γυναίκα δεν δίστασε καν πριν κουνήσει το κεφάλι. «Στην κατάσταση που είσαι, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι' αυτό. Είσαι για το Πεδίο του Έμοντ και πουθενά αλλού».
«Μα —!»
«Όχι μα και μου, Πέριν Αϋμπάρα. Δεν θέλω κουβέντα γι' αυτό».
Ο Πέριν έτριξε τα δόντια του. Το χειρότερο ήταν ότι η Φάιλε είχε δίκιο. Αφού δεν μπορούσε να σηκωθεί μόνος από το κρεβάτι, πώς θα μπορούσε να μείνει στη σέλα μέχρι τη Μανέθερεν; «Στο Πεδίο του Έμοντ», είπε καταδεκτικά, εκείνη όμως ξεφύσησε και μουρμούρισε κάτι σαν «ξεροκέφαλος». Τι ήθελε απ' αυτόν; Αφού ήμουν τόσο καταδεχτικός, την παλιοπεισματάρα!
«Άρα θα έρθουν και άλλοι Τρόλοκ», είπε συλλογισμένος ο Ίχβον. Δεν ρώτησε πού το ήξερε ο Πέριν. Ύστερα κούνησε το κεφάλι, σαν να έδιωχνε τους Τρόλοκ από τη σκέψη του. «Θα πω στους άλλους ότι ξύπνησες». Βγήκε έξω και έκλεισε την πόρτα.
«Είμαι ο μόνος που βλέπει τον κίνδυνο;» μουρμούρισε ο Πέριν.
«Βλέπω ένα βέλος μέσα σου», είπε σταθερά η Φάιλε.
Η υπενθύμιση του προκάλεσε μια σουβλιά· την έπνιξε με ένα μουγκρητό και η Φάιλε ένευσε με ικανοποίηση. Με ικανοποίηση!
Ήθελε να σηκωθεί και να ξεκινήσει αμέσως· όσο νωρίτερα Θεραπευόταν, τόσο νωρίτερα θα έκλεινε ξανά την Πύλη, μονίμως αυτή τη φορά. Η Φάιλε επέμεινε να του δώσει πρωινό, ένα πηχτό ζωμό με λαχανικά πουρέ, κατάλληλο για μωράκι χωρίς δόντια, κουταλίτσα-κουταλίτσα, σταματώντας για να του σκουπίσει το σαγόνι. Δεν τον άφηνε να φάει μόνος του και όποτε αυτός διαμαρτυρόταν ή της έλεγε να κάνει πιο γρήγορα, του έκλεινε το στόμα με μια κουταλιά απ' αυτή την κρέμα. Δεν τον άφησε καν να πλύνει μόνος το πρόσωπό του. Όταν στο τέλος του βούρτσισε τα μαλλιά και του χτένισε τη γενειάδα, ο Πέριν είχε καταφύγει σε μια αξιοπρεπή σιωπή.
«Είσαι κούκλος όταν μουτρώνεις», του είπε. Και του τσίμπησε τη μύτη!
Η Ίλα, που αυτό το πρωί είχε βάλει πράσινη μπλούζα και γαλάζια φούστα, μπήκε στην άμαξα κρατώντας το σακάκι και το πουκάμισό του, που ήταν καθαρά και σιδερωμένα. Παρά την ενόχλησή του, αναγκάστηκε να αφήσει τις δύο γυναίκες να τον ντύσουν. Αναγκάστηκε να τις βοηθήσει να τον σηκώσουν για να τον ντύσουν· το σακάκι έμεινε ξεκούμπωτο, το πουκάμισο έξω από το παντελόνι, μαζεμένα γύρω από το κομμάτι του βέλους.