«Σ' ευχαριστώ, Ίλα», είπε δοκιμάζοντας τα μπαλώματα. «Καλή βελονιά».
«Είναι», συμφώνησε εκείνη. «Η Φάιλε ξέρει να ράβει καλά».
Η Φάιλε κοκκίνισε και ο Πέριν χαμογέλασε, καθώς θυμόταν πόσο φουρκισμένα του είχε πει ότι ποτέ δεν θα του μπάλωνε τα ρούχα. Η γυαλάδα στο μάτι της τον έκανε να κρατήσει το στόμα κλειστό. Μερικές φορές η σιωπή ήταν η πιο συνετή επιλογή. «Σ' ευχαριστώ, Φάιλε», είπε σοβαρά. Εκείνη κοκκίνισε ακόμα πιο πολύ.
Όταν τον σήκωσαν στα πόδια του, κατάφερε να φτάσει σχετικά εύκολα στην πόρτα, αλλά τις άφησε να τον στηρίξουν για να κατέβει τα ξύλινα σκαλιά. Τουλάχιστον τα άλογα ήταν σελωμένα και όλα τα παλικαράκια από τους Δύο Ποταμούς είχαν μαζευτεί εκεί με τα τόξα κρεμασμένα στη ράχη. Είχαν καθαρά πρόσωπα και ρούχα και δεν φαίνονταν πολλοί επίδεσμοι πάνω τους.
Η νύχτα με τους Τουάθα'αν προφανώς ωφέλησε το ηθικό τους, ακόμα κι εκείνων που δεν έδειχναν ικανοί να περπατήσουν ούτε εκατό βήματα. Η απόγνωση που φαινόταν στα μάτια τους χτες, τώρα ήταν μια απλή σκιά. Ο Γουίλ είχε αγκαλιασμένες δύο όμορφες Μαστόρισσες με μεγάλα μάτια δεξιά κι αριστερά του, φυσικά, και ο Μπαν Λιούιν, με τη μύτη του και τον επίδεσμο γύρω από το κεφάλι του, που έκανε τα μαύρα μαλλιά του να πετάγονται σαν βούρτσα, ήταν πιασμένος χέρι-χέρι με μια άλλη, που χαμογελούσε ντροπαλά. Οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους κρατούσαν κουτάλια και γαβάθες με πηχτό βραστό λαχανικών και το καταβρόχθιζαν.
«Ωραίο αυτό, Πέριν», είπε ο Ντάνιλ, δίνοντας την άδεια γαβάθα του σε μια Μαστόρισσα. Εκείνη έκανε ένα νόημα, σαν να ήθελε να ρωτήσει τον κοκαλιάρη Δυποταμίτη αν ήθελε κι άλλο, αλλά αυτός κούνησε το κεφάλι. «Δεν φαίνεται το χορταίνω, εσύ τι λες;» της είπε τελικά.
«Έφαγα κι εγώ», του είπε ξινά ο Πέριν. Λαχανικά πουρέ με ζωμό.
«Οι κοπελιές των Μαστόρων χόρεψαν χθες το βράδυ», είπε με γουρλωμένα μάτια ο Τελ, ο ξάδερφος του Ντάνιλ. «Όλες οι ανύπαντρες γυναίκες και μερικές από τις παντρεμένες! Να ήσουν από μια μεριά να έβλεπες, Πέριν».
«Έχω ξαναδεί Μαστόρισσες να χορεύουν, Τελ».
Προφανώς δεν είχε κρύψει από τη φωνή του το τι είχε νιώσει βλέποντάς τες, επειδή η απάντηση της Φάιλε ήταν ξερή και απότομη. «Έτσι, ε; Έχεις δει την τιγκάνζα; Κάποια μέρα, αν είσαι καλός, ίσως σου χορέψω το σα σάρα, για να σου δείξω τι πραγματικά θα πει χορός». Η Ίλα άφησε μια κοφτή κραυγή όταν αναγνώρισε το χορό και η Φάιλε κοκκίνισε ακόμα πιο πολύ απ' όσο πριν, στην άμαξα.
Ο Πέριν σούφρωσε τα χείλη. Αν αυτό το σα’σάρα έκανε την καρδιά να βροντοχτυπά περισσότερο από το χορό των Μαστορισσών, με τα λικνίσματα και το σπάσιμο των γοφών —τιγκάνζα το έλεγαν;― τότε σίγουρα θα ήθελε να δει τη Φάιλε να το χορεύει. Πρόσεξε να μην την κοιτάξει.
Ήρθε ο Ράεν, φορώντας το ίδιο λαμπερό πράσινο σακάκι, αλλά με τις πιο κόκκινες μπότες που είχε δει ποτέ του ο Πέριν. Ο συνδυασμός του προκάλεσε πονοκέφαλο. «Δυο φορές επισκέφτηκες τις φωτιές μας, Πέριν, και δεύτερη φορά φεύγεις χωρίς αποχαιρετιστήριο γλέντι. Πρέπει να μας ξανάρθεις σύντομα, για να επανορθώσουμε».
Ο Πέριν άφησε τη Φάιλε και την Ίλα —τουλάχιστον μπορούσε να σταθεί μόνος του― και έφερε το χέρι στον ώμο του άλλου, «Έλα μαζί μας, Ράεν. Στους Δύο Ποταμούς κανένας δεν θα σε πειράξει. Στη χειρότερη περίπτωση, θα είναι πιο ασφαλές απ' όσο εδώ έξω, με τους Τρόλοκ».
Ο Ράεν δίστασε και ύστερα κούνησε το κεφάλι μουρμουρίζοντας. «Δεν ξέρω πώς θα μπορούσες ακόμα και να με κάνεις να σκεφτώ τέτοια πράγματα». Γύρισε και μίλησε δυνατά. «Φίλοι μου, ο Πέριν μας ζήτησε να πάμε μαζί του στο χωριό του, όπου θα είμαστε ασφαλείς από τους Τρόλοκ. Ποιος επιθυμεί να πάει;» Τον κοίταξαν με εμβρόντητα πρόσωπα. Κάποιες γυναίκες μάζεψαν τα παιδιά κοντά τους, τα οποία κρύφτηκαν στα φουστάνια τους, λες και τα είχε τρομάξει η ιδέα και μόνο. «Βλέπεις, Πέριν;» είπε ο Ράεν. «Για μας, η ασφάλεια είναι να μετακινούμαστε, όχι να μένουμε σε χωριά. Σε διαβεβαιώνω ότι δεν περνάμε δυο βράδια στο ίδιο μέρος και θα ταξιδέψουμε όλη τη μέρα πριν σταματήσουμε πάλι».
«Μπορεί να μη φτάνει, Ράεν».
Ο Μάχντι σήκωσε τους ώμους. «Με συγκινεί η έγνοια που δείχνεις, αλλά θα είμαστε ασφαλείς, αν θέλει το Φως».
«Η Οδός του Φύλλου δεν σημαίνει μόνο να μην ασκείς βία», είπε μαλακά η Ίλα, «αλλά και να αποδέχεσαι αυτό που συμβαίνει. Το φύλλο πέφτει στην ώρα του, αδιαμαρτύρητα. Το Φως θα μας φυλάξει στον καιρό μας».
Ο Πέριν ήθελε να διαφωνήσει μαζί τους, όμως πίσω από τη φιλικότητα και τη συμπόνια των προσώπων τους υπήρχε μια αταλάντευτη αποφασιστικότητα. Πιο εύκολα θα έβαζε την Μπάιν και την Τσιάντ να φορέσουν φόρεμα και να εγκαταλείψουν τα δόρατα —ή τον Γκαούλ!― παρά θα έπειθε αυτούς τους ανθρώπους να υποχωρήσουν στο ελάχιστο.