Ο Ράεν πήρε τον Πέριν από το χέρι και οι γυναίκες αγκάλιασαν τα παλικαράκια των Δύο Ποταμών, και τον Ίχβον επίσης, ενώ οι άντρες τους έσφιξαν τα χέρια, καθώς γελούσαν και τους αποχαιρετούσαν και τους εύχονταν καλό ταξίδι, ελπίζοντας να τους ξανάρθουν. Σχεδόν όλοι οι άντρες. Ο Άραμ στεκόταν κατά μέρος, κατσουφιασμένος, με τα χέρια χωμένα στις τσέπες του σακακιού του. Την τελευταία φορά που τον είχε συναντήσει ο Πέριν, έμοιαζε να έχει μια ξινίλα μέσα του, κάτι παράξενο για Μάστορα.
Οι άντρες δεν αρκέστηκαν να σφίξουν το χέρι της Φάιλε, αλλά την αγκάλιαζαν κιόλας. Ο Πέριν κράτησε την ήρεμη έκφραση του όταν κάποιοι από τους νεαρούς έδειξαν υπέρμετρο ενθουσιασμό και δεν έτριζε πολύ τα δόντια του· μάλιστα, κατάφερε να χαμογελάσει. Καμία γυναίκα νεότερη της Ίλα δεν τον αγκάλιασε. Με κάποιον τρόπο η Φάιλε, ακόμα κι όταν επέτρεπε σε κάποιον κοκαλιάρη Μάστορα με φανταχτερά ρούχα να την αγκαλιάσει και να τη σφίξει, λιώνοντάς τη σχεδόν, στεκόταν φρουρός στον Πέριν, σαν σκυλί. Οι γυναίκες δίχως γκρίζα μαλλιά έριχναν μια ματιά στο πρόσωπό της και διάλεγαν κάποιον άλλο. Στο μεταξύ, ο Γουίλ έμοιαζε να φιλά όλες τις γυναίκες του καταυλισμού. Το ίδιο και ο Μπαν με τη μύτη του. Ακόμα και ο Ίχβον το διασκέδαζε. Καλά να πάθαινε η Φάιλε, αν κανείς της έσπαζε το πλευρό.
Στο τέλος οι Μάστορες έκαναν πίσω, με εξαίρεση τον Ράεν και την Ίλα, κι άνοιξαν χώρο γύρω από τους Δυποταμίτες. Ο νευρώδης, γκριζομάλλης άντρας υποκλίθηκε επίσημα, με τα χέρια στο στήθος. «Ήρθατε εν ειρήνη. Αναχωρήστε εν ειρήνη. Οι φωτιές μας πάντα θα σας καλοδέχονται. Η Οδός του Φύλλου είναι η ειρήνη».
«Η ειρήνη μαζί σας», αποκρίθηκε ο Πέριν, «και με όλο το Λαό». Φως μου, μακάρι να είναι έτσι. «Θα βρω το τραγούδι, ή θα το βρει κάποιος άλλος, όμως το τραγούδι θα τραγουδηθεί, φέτος ή κάποια άλλη χρονιά». Αναρωτήθηκε αν είχε υπάρξει ποτέ ένα τραγούδι, ή αν οι Τουάθα'αν είχαν αρχίσει το ατέλειωτο ταξίδι τους αναζητώντας κάτι άλλο. Ο Ιλάυας του είχε πει ότι δεν ήξεραν το τραγούδι, μόνο ότι θα το αναγνώριζαν, όταν θα το έβρισκαν. «Όπως ήταν κάποτε, έτσι θα ξαναγίνει, κόσμος δίχως τέλος».
«Κόσμος δίχως τέλος», αποκρίθηκαν οι Τουάθα'αν, μουρμουρίζοντας ευλαβικά. «Κόσμος και χρόνος δίχως τέλος».
Αντάλλαξαν μερικές τελευταίες αγκαλιές, μερικές τελευταίες χειραψίες, ενώ ο Ίχβον και η Φάιλε βοηθούσαν τον Πέριν να ανέβει στον Γοργοπόδη. Μερικά τελευταία φιλιά για τον Γουίλ. Και τον Μπαν. Τον Μπαν! Και τη μύτη του! Τους άλλους, τους βαριά τραυματισμένους, τους ανέβασαν στα άλογα, ενώ οι Μάστορες κουνούσαν τα χέρια σαν να ήταν παλιοί γείτονες που έφευγαν για μακρύ ταξίδι.
Ο Ράεν ήρθε και έσφιξε το χέρι του Πέριν. «Δεν θα το ξανασκεφτείς;» ρώτησε ο Πέριν. «Θυμάμαι που είχες πει κάποτε ότι η μοχθηρία εξαπλώνεται στον κόσμο. Τώρα είναι χειρότερα, Ράεν, και βρίσκεται εδώ».
«Η ειρήνη μαζί σου, Πέριν», απάντησε χαμογελαστά ο Ράεν.
«Και μαζί σου», είπε λυπημένα.
Οι Αελίτες εμφανίστηκαν μόνο όταν βρέθηκαν ένα μίλι βόρεια από τον καταυλισμό των Μαστόρων. Η Μπάιν με την Τσιάντ κοίταξαν τη Φάιλε, πριν τρέξουν μπροστά, στη συνηθισμένη θέση τους. Ο Πέριν δεν μπορούσε να φανταστεί τι περίμεναν να της συμβεί ανάμεσα στους Τουάθα'αν.
Ο Γκαούλ πήγε δίπλα στον Γοργοπόδη, περπατώντας με άνεση. Η ομάδα δεν προχωρούσε πολύ γρήγορα, μιας και σχεδόν οι μισοί περπατούσαν. Ζύγισε με το βλέμμα τον Ίχβον, ως συνήθως, πριν στραφεί στον Πέριν. «Είναι καλά το τραύμα σου;»
Το τραύμα του τον είχε τρελάνει στον πόνο· κάθε βήμα που έκανε το άλογο, κουνούσε την αιχμή του βέλους. «Νιώθω καλά», είπε χωρίς να τρίξει τα δόντια. «Ίσως απόψε να χορέψουμε στο Πεδίο του Έμοντ. Κι εσύ; Πέρασες καλά τη νύχτα, παίζοντας το Φιλί της Κόρης;» Ο Γκαούλ σκόνταψε και παραλίγο να πέσει με τα μούτρα κάτω. «Τι τρέχει;»
«Ποια άκουσες να προτείνει το παιχνίδι;» είπε χαμηλόφωνα ο Αελίτης, κοιτώντας ίσια μπροστά.
«Την Τσιάντ. Γιατί;»
«Η Τσιάντ», μουρμούρισε ο Γκαούλ. «Η γυναίκα είναι του Γκόσιεν. Του Γκόσιεν! Κανονικά θα έπρεπε να τη γυρίσω πίσω, στις Καυτές Πηγές, σαν γκαϊ'σάιν». Στις λέξεις του υπήρχε θυμός, αλλά όχι στον παράξενο τόνο του. «Η Τσιάντ».
«Θα μου πεις τι τρέχει;»
«Ακόμα και οι Μυρντράαλ δεν είναι πανούργοι όσο οι γυναίκες», είπε ο Γκαούλ με ανέκφραστη φωνή, «ενώ οι Τρόλοκ πολεμούν με περισσότερη τιμή», κατέληξε. «Και τα κατσίκια έχουν περισσότερη λογική», πρόσθεσε ύστερα από λίγο, με μια καλυμμένη αγριάδα. Τάχυνε το βήμα και έτρεξε μπροστά, για να πλησιάσει τις δύο Κόρες. Δεν μίλησε καθόλου, απ' όσο μπορούσε να ακούσει ο Πέριν, απλώς συνέχισε να βαδίζει παρέα τους.