Выбрать главу

«Εσύ κατάλαβες τίποτα;» ρώτησε ο Πέριν τον Ίχβον. Ο Πρόμαχος κούνησε το κεφάλι.

Η Φάιλε ξεφύσησε. «Αν κάνει καμιά φασαρία, θα τον κρεμάσουν από τα πόδια σε κλαρί για να ηρεμήσει».

«Εσύ μήπως κατάλαβες;» τη ρώτησε ο Πέριν. Αυτή συνέχισε να περπατά δίπλα του και ούτε σήκωσε το βλέμμα, ούτε απάντησε, οπότε αυτός το πήρε για όχι. «Λέω να ξαναβρώ τον καταυλισμό του Ράεν. Πέρασε καιρός από την τελευταία φορά που είδα την τιγκάνζα. Ήταν... ενδιαφέρον».

Εκείνη μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια της, όμως ο Πέριν το έπιασε: «Και σένα σου πρέπει κρέμασμα από τα πόδια!»

Της χαμογέλασε από ψηλά, κοιτώντας σχεδόν την κορυφή του κεφαλιού της. «Μα δεν θα χρειαστεί. Υποσχέθηκες να μου χορέψεις το σα’σάρα». Το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο. «Μοιάζει καθόλου με την τιγκάνζα; Θέλω να πω, αλλιώς δεν θα είχε νόημα».

«Βρε πανηλίθιο βόδι!» ξέσπασε εκείνη, αγριοκοιτάζοντάς τον. «Οι άντρες έχουν αφήσει καρδιές και περιουσίες στα πόδια γυναικών που χόρεψαν το σα’σάρα. Αν η μητέρα μου υποψιαζόταν ότι το ξέρω —» Έκλεισε το στόμα τόσο απότομα, που τα δόντια της κροτάλισαν μεταξύ τους, σαν να της είχε ξεφύγει αυτό που είχε πει, και γύρισε να κοιτάζει μπροστά· από τις ρίζες των μαύρων μαλλιών της ως το λαιμό του φορέματός της, είχε γίνει σχεδόν πορφυρή.

«Τότε δεν υπάρχει λόγος να το χορέψεις», της είπε χαμηλόφωνα. «Η καρδιά μου και η περιουσία μου, ό,τι έχω τέλος πάντων, είναι ήδη στα πόδια σου».

Η Φάιλε σκόνταψε και μετά γέλασε μαλακά, ακουμπώντας το μάγουλό της στην μπότα του. «Παραείσαι έξυπνος για μένα», μουρμούρισε. «Μια μέρα θα σου το χορέψω και το αίμα θα κυλήσει καυτό στις φλέβες σου».

«Αυτό ήδη το κάνεις», της είπε κι εκείνη γέλασε πάλι. Πέρασε το χέρι της πίσω από τον αναβολέα και έσφιξε το πόδι του πάνω της.

Ύστερα από λίγο, ακόμα και η σκέψη της Φάιλε να χορεύει —κάνοντας εικασίες με βάση το χορό των Μαστορισσών· σίγουρα ήταν κάτι ανώτερο― δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τον πόνο στο πλευρό του. Κάθε βήμα του Γοργοπόδη του προκαλούσε αγωνία. Συνέχισε να κρατά το σώμα στητό. Έτσι φαινόταν να πονά λιγότερο, κατά ένα απειροελάχιστο ποσοστό. Επίσης, δεν ήθελε να χαλάσει τα κέφια που τους είχαν ξυπνήσει οι Τουάθα'αν. Κι οι άλλοι άντρες, επίσης, κάθονταν στητοί στις σέλες, ακόμα κι εκείνοι που την περασμένη μέρα ήταν καμπουριασμένοι και πιάνονταν όπως-όπως. Και ο Μπαν και ο Ντάνιλ και οι υπόλοιποι περπατούσαν με το κεφάλι ψηλά. Δεν θα γινόταν αυτός ο πρώτος που θα καμπούριαζε.

Ο Γουίλ άρχισε να σφυρίζει το «Ο Γυρισμός από το Πέρασμα του Τάργουιν» και τρεις-τέσσερις ακόμα τον συνόδευσαν. Ύστερα από λίγο, ο Μπαν άρχισε να τραγουδά με καθαρή, βαθιά φωνή.

«Το σπίτι μου με περιμένει εκεί και η κοπέλα που άφησα πίσω. Απ' όλους τους θησαυρούς που με περιμένουν, αυτούς θέλω να βρω. Τα μάτια της γελαστά, το χαμόγελό της γλυκό, την αγκαλιά της ζεστή και τη γάμπα χυτή, τα φιλιά της καυτά, το καλύτερο δώρο. Αν υπάρχει πιο σπουδαίος θησαυρός, δεν τον ξέρω».

Πήραν κι άλλοι τη δεύτερη στροφή, ώσπου τραγουδούσαν όλοι, ακόμα και ο Ίχβον. Και η Φάιλε. Όχι ο Πέριν, φυσικά· πολλές φορές του είχαν πει ότι, όταν τραγουδούσε, έμοιαζε σαν βάτραχος που τον είχαν πατήσει. Κάποιοι, μάλιστα, πήραν βήμα από τη μουσική.

«Α, είδα το φοβερό Πέρασμα τον Τάργουιν και τη μανιασμένη ορδή των Τρόλοκ. Δεν λύγισα όταν χίμηξε ο Ημιάνθρωπος και περπάτησα στο ψυχρό σύνορο τον θανάτου. Αλλά μια γλυκιά κοπελιά με περιμένει, για ένα χορό κι ένα φιλί κάτω από τη μηλιά...»

Ο Πέριν κούνησε το κεφάλι. Πριν από μια μέρα ήταν έτοιμοι να το βάλουν στα πόδια και να κρυφτούν. Σήμερα τραγουδούσαν για μια μάχη τόσο παλιά, που δεν είχε αφήσει καμία ανάμνηση, εκτός απ' αυτό το τραγούδι στους Δύο Ποταμούς. Ίσως σιγά-οιγά να είχαν αρχίσει να γίνονται στρατιώτες. Και θα ήταν αναγκασμένοι να γίνουν, αν ο Πέριν δεν κατάφερνε να κλείσει εκείνη την Πύλη.

Στο δρόμο τους τα αγροκτήματα εμφανίζονταν συχνότερα, πιο κοντά το ένα στο άλλο, ώσπου κατέληξαν να ταξιδεύουν σε σκληρό χωματόδρομο, ανάμεσα σε χωράφια με ξύλινους φράχτες ή πρόχειρους, χαμηλούς μαντρότοιχους. Εγκαταλειμμένες φάρμες. Κανείς εδώ δεν κρατιόταν απελπισμένα από τη γη του.

Έφτασαν στον Παλιό Δρόμο, που πήγαινε προς το βορρά περνώντας από το Λευκό Ποταμό, το Μανεθερεντρέλε κι ύστερα μέσα από το Ντέβεν Ράιντ, μέχρι το Πεδίο του Έμοντ. Στο τέλος άρχισαν να βλέπουν πρόβατα στα λιβάδια, πλήθη ολόκληρα, σαν να είχαν ενωθεί δέκα κοπάδια μαζί, τα οποία τα φυλούσαν δέκα βοσκοί, εκεί που κάποτε θα ήταν ένας, και οι μισοί ήταν ενήλικες. Οι βοσκοί, που κρατούσαν τόξα, τους είδαν να περνούν τραγουδώντας δυνατά και δεν ήξεραν τι να σκεφτούν.