Ούτε ο Πέριν ήξερε τι να σκεφτεί μόλις αντίκρισε το Πεδίο του Έμοντ, το ίδιο και οι άλλοι Δυποταμίτες, κρίνοντας από το τραγούδι τους, που καταλάγιασε και έσβησε.
Τα δέντρα, οι φράχτες και οι μάντρες που ήταν κοντύτερα στο χωριό είχαν χαθεί έτσι απλά, είχαν αφαιρεθεί. Τα πιο δυτικά σπίτια του Πεδίου του Έμοντ κάποτε έστεκαν ανάμεσα στα δέντρα, στην άκρη του Δυτικού Δάσους. Οι βελανιδιές και τα λέδερλιφ ανάμεσα στα σπίτια ήταν ακόμα εκεί, αλλά τώρα η παρυφή του δάσος ήταν πεντακόσια βήματα παραπέρα, όσο η βολή ενός μακριού τόξου, και αντηχούσαν δυνατές τσεκουριές, καθώς οι άντρες το έσπρωχναν ακόμα πιο πίσω. Πολλές σειρές από πασσάλους, που έφταναν ως τη μέση ενός άντρα και ήταν χωμένοι βαθιά στο έδαφος, περικύκλωναν το χωριό λίγο πιο πέρα από τα σπίτια και σχημάτιζαν ένα συνεχή φράχτη όλο μυτερές αιχμές, με εξαίρεση το σημείο που έμπαινε ο δρόμος. Κατά διαστήματα, πίσω από τους πασσάλους στέκονταν άντρες, σαν σκοποί, άλλοι φορώντας κομμάτια παλιάς αρματωσιάς ή δερμάτινα γιλέκα με σκουριασμένους, ατσάλινους δίσκους, κι άλλοι με βουλιαγμένα, παλιά, ατσάλινα καπέλα, κρατώντας είτε δόρατα για κυνήγι αγριόχοιρου, είτε λογχοπέλεκεις που είχαν ξεθάψει από τις σοφίτες, είτε δρεπάνια δεμένα σε μακριά κοντάρια. Άλλοι άντρες, μαζί και αγόρια, ήταν πάνω στις καλαμοσκεπές με τόξα· σηκώθηκαν όταν είδαν να έρχεται ο Πέριν μαζί με τους άλλους και φώναξαν σε εκείνους που ήταν κάτω.
Πλάι στο δρόμο και πίσω από τους πασσάλους στεκόταν ένα κατασκεύασμα από ξύλο και χοντρά, στριμμένα σκοινιά, που είχε δίπλα ένα σωρό πέτρες πιο μεγάλες από κεφάλι ανθρώπου. Ο Ίχβον πρόσεξε τον Πέριν να το κοιτάζει συνοφρυωμένος καθώς πλησίαζαν. «Καταπέλτης», είπε ο Πρόμαχος. «Έξι ως τώρα. Οι μαραγκοί σας ήξεραν τι να κάνουν, όταν τους δείξαμε εγώ και ο Τόμας. Οι πάσσαλοι μπορούν να απωθήσουν είτε Τρόλοκ, είτε Λευκομανδίτες». Σαν να συζητούσε το ενδεχόμενο κι άλλης βροχής.
«Σου είπα ότι το χωριό ετοιμάζεται να αμυνθεί». Η Φάιλε μιλούσε με φλόγα και περηφάνια, σαν να ήταν το δικό της χωριό. «Σκληροί άνθρωποι για τόσο μαλακή γη. Θα μπορούσαν να είναι Σαλδαίοι. Η Μουαραίν πάντα έλεγε ότι το αίμα της Μανέθερεν ακόμα κυλά δυνατό εδώ πέρα».
Ο Πέριν μπόρεσε μόνο να κουνήσει το κεφάλι.
Οι χωματόδρομοι είχαν τόση κοσμοσυρροή που θα μπορούσαν να βρίσκονται σε πόλη, τα κενά μεταξύ των σπιτιών ήταν γεμάτα μι κάρα και άμαξες, ενώ από τις ανοιχτές πόρτες και τα παράθυρα έβλεπε κι άλλους ανθρώπους. Το πλήθος χώρισε μπροστά στον Ίχβον και τους Αελίτες, και ψίθυροι τους συνόδευαν καθώς προχωρούσαν στο δρόμο.
«Είναι ο Πέριν ο Χρυσομάτης»
«Ο Πέριν ο Χρυσομάτης».
«Ο Πέριν ο Χρυσομάτης».
Ευχήθηκε να μην το έκαναν αυτό. Τον ήξεραν αυτοί οι άνθρωποι κάποιοι απ' αυτούς. Τι νόμιζαν ότι έκαναν; Να, εκεί η αλογομούρα η Νέυσα Αγιέλιν, που του τις είχε βρέξει στα μαλακά κάποτε, όταν ο Πέριν ήταν δέκα χρόνων, τότε που ο Ματ τον είχε πείσει να κλέψει την πίτα από γκούζμπερυ που έφτιαχνε. Και η Σίλια Κόουλ, με τα ροδαλά μάγουλα και τα μεγάλα μάτια, η πρώτη κοπέλα που είχε φιλήσει ποτέ του, η οποία ήταν ακόμα ευχάριστα παχουλή. Να και ο Πελ Άυντερ, με την πίπα και το φαλακρό κεφάλι, που είχε μάθει στον Πέριν πώς να πιάνει πέστροφες με τα χέρια· και η Νταίζε Κόνγκαρ αυτοπροσώπως, μια ψηλή, στρογγυλή γυναίκα, που έκανε την Άλσμπετ Λούχαν να μοιάζει λουλουδάκι μπροστά της, μαζί με το σύζυγό της, τον Γουίτ, ένα λιπόσαρκο άντρα που, όπως πάντα, χανόταν δίπλα στη σύζυγό του. Και όλοι τον κοίταζαν και ψιθύριζαν στους ανθρώπους έρχονταν από άλλα μέρη, που μπορεί να μην ήξεραν ποιος ήταν. Όταν ο γερο-Τσεν Μπούι σήκωσε ένα αγοράκι στον ώμο και του τον έδειξε μιλώντας με ενθουσιασμό, ο Πέριν βόγκηξε. Όλοι είχαν τρελαθεί.
Οι χωριανοί κύκλωσαν τον Πέριν και τους άλλους και τους ακολούθησαν, σε μια παρέλαση που έπλεε σε ένα κύμα ψιθύρων. Κότες έτρεχαν να ξεφύγουν από τα πόδια του πλήθους. Τα μοσχαράκια που βοούσαν και τα γουρούνια που έσκουζαν σε μάντρες πίσω από τα σπίτια, ανταγωνίζονταν τη χλαλοή των ανθρώπων. Υπήρχαν πρόβατα που συνωθούνταν στο Δημόσιο Λιβάδι και ασπρόμαυρες αγελάδες, που μασουλούσαν γρασίδι παρέα με κοπάδια χήνες, γκρίζες και άσπρες.
Στη μέση του Δημόσιου Λιβαδιού ορθωνόταν ένας ψηλός ιστός, που είχε ένα λευκό λάβαρο με κόκκινη μπορντούρα στην κορυφή να κυματίζει τεμπέλικα, το οποίο απεικόνιζε ένα κόκκινο κεφάλι λύκου. Ο Πέριν κοίταξε τη Φάιλε, εκείνη όμως κούνησε το κεφάλι, ξαφνιασμένη όσο κι αυτός.
«Ένα σύμβολο».
Ο Πέριν δεν είχε ακούσει τη Βέριν να ζυγώνει, αν και τώρα άκουγε ψιθύρους να λένε «Λες Σεντάι» γύρω της. Ο Ίχβον δεν έδειξε να ξαφνιάζεται. Οι άνθρωποι την κοίταζαν με δέος στα μάτια.