Выбрать главу

«Οι άνθρωποι χρειάζονται σύμβολα», συνέχισε η Βέριν, αναπαύοντας το χέρι της στον ώμο του Γοργοπόδη. «Όταν η Αλάνα είπε σε μερικούς χωρικούς πόσο μισούν οι Τρόλοκ τους λύκους, όλοι πίστεψαν ότι αυτό το λάβαρο ήταν μια λαμπρή ιδέα. Δεν συμφωνείς, Πέριν;» Μήπως είχε κάτι ξερό η φωνή της τώρα δα; Τα μαύρα μάτια της τον κοίταζαν σαν μάτια πουλιού. Ένα πουλί που παρακολουθούσε ένα σκουλήκι;

«Αναρωτιέμαι τι θα σκεφτεί γι αυτό η Βασίλισσα Μοργκέις», είπε η Φάιλε. «Εδώ είναι έδαφος Αντορανό. Στις βασίλισσες σπάνια αρέσει να υψώνονται ξένα λάβαρα στο βασίλειό τους».

«Δεν είναι τίποτα παρά γραμμές στο χάρτη», της είπε ο Πέριν. Ήταν ευχάριστο να μένει έτσι ασάλευτος· ο πόνος, που πάλλονταν γύρω από την αιχμή του βέλους, είχε καταλαγιάσει κάπως. «Δεν ήξεραν καν ότι κανονικά είμαστε μέρος του Άντορ, πριν πάω στο Κάεμλυν. Αμφιβάλω αν είναι πολλοί εδώ που το ξέρουν».

«Οι κυβερνήτες έχουν την τάση να πιστεύουν τους χάρτες, Πέριν». Δεν υπήρχε αμφιβολία για τον ξερό τόνο στη φωνή της. «Όταν ήμουν παιδί, υπήρχαν μέρη στη Σαλδαία που είχαν πέντε γενιές να δούνε εφοριακό. Όταν ο πατέρας μπόρεσε να τραβήξει την προσοχή του για λίγο από τη Μάστιγα, η Τενοβία φρόντισε να μάθουν ποια ήταν η βασίλισσά τους».

«Εδώ είναι οι Δύο Ποταμοί» είπε αυτός χαμογελώντας, «όχι η Σαλδαία». Πολύ αγριεμένοι του φαίνονταν αυτοί εκεί πάνω στη Σαλδαία. Ξαναγυρνώντας προς τη Βέριν, το χαμόγελο χάθηκε και τα φρύδια του έσμιξαν. «Νόμιζα ότι... κρύβεις... τι είσαι». Δεν ήξερε να πει τι ήταν πιο ανησυχητικό· να είναι μια Άες Σεντάι εδώ στα κρυφά, ή στα φανερά.

Το χέρι της Άες Σεντάι στάθηκε έναν πόντο πιο πάνω από το σπασμένο βέλος, που ξεπρόβαλλε από το πλευρό του. Κάτι τον γαργάλησε γύρω από την πληγή. «Α, δεν είναι καλό αυτό», μουρμούρισε εκείνη. «Έχει πιαστεί στο πλευρό και υπάρχει λίγη μόλυνση, παρά το κατάπλασμα. Νομίζω ότι εδώ χρειάζεται η Αλάνα». Βλεφάρισε και τράβηξε το χέρι της· το γαργαλητό χάθηκε κι αυτό. «Τι; Το κρύβω; Α! Με τον αναβρασμό που επικρατεί εδώ, δεν θα μπορούσαμε να μείνουμε κρυμμένες. Υποθέτω ότι θα μπορούσαμε να... φύγουμε. Δεν θα το ήθελες αυτό, έτσι δεν είναι;» Πάλι εκείνο το οξύ, συλλογισμένο βλέμμα, σαν από μάτια πουλιού.

Αυτός δίστασε και τελικά αναστέναξε. «Νομίζω πως όχι».

«Χαίρομαι που το ακούω», του είπε με χαμόγελο.

«Γιατί στ' αλήθεια ήρθες εδώ, Βέριν;»

Αυτή δεν έδειξε να τον ακούει. Ή δεν ήθελε να τον ακούσει. «Τώρα πρέπει να σε φροντίσουμε. Να περιποιηθούμε και τα άλλα τα παλικαράκια. Η Αλάνα κι εγώ θα δούμε αυτούς που είναι χειρότερα, αλλά...»

Οι άντρες που ήταν μαζί του είχαν μείνει κι αυτοί αποσβολωμένοι με όσα είχαν βρει. Ο Μπαν έξυνε το κεφάλι του παρατηρώντας το λάβαρο και μερικοί απλώς κοίταζαν κατάπληκτοι ολόγυρα. Οι περισσότεροι, όμως, κοίταζαν τη Βέριν, με μάτια γουρλωμένα, ανήσυχοι· σίγουρα είχαν ακούσει να ψιθυρίζονται οι λέξεις «Άες Σεντάι». Ο Πέριν ο ίδιος δεν γλίτωνε από αυτές τις ματιές, έτσι που μιλούσε με μια Άες Σεντάι σαν να ήταν ίδια κι όμοια με κάθε άλλη γυναίκα του χωριού.

Η Βέριν τους αντιγύρισε το βλέμμα και ύστερα, ξαφνικά, χωρίς να κοιτάξει, άπλωσε το χέρι πίσω της και άρπαξε ένα κοριτσάκι περίπου δέκα ή δώδεκα χρόνων, που ήταν ανάμεσα στον κόσμο. Το κοριτσάκι, με τα μακριά, μαύρα μαλλιά του πιασμένα με μια γαλάζια κορδέλα, πάγωσε από την κατάπληξη. «Ξέρεις την Νταίζε Κόνγκαρ, κοριτσάκι μου;» είπε η Βέριν. «Ε, λοιπόν, βρες την και πες της ότι υπάρχουν τραυματίες που χρειάζονται τα βότανα της Σοφίας. Και πες της να κάνει γρήγορα. Επίσης, παρήγγειλέ της ότι δεν ανέχομαι εκείνες που μου κάνουν τον καμπόσο. Άκουσες τι είπα; Πήγαινε τώρα».

Ο Πέριν δεν αναγνώρισε το κοριτσάκι, αλλά προφανώς αυτό ήξερε την Νταίζε, επειδή τρόμαξε με το μήνυμα. Όμως η Βέριν ήταν μια Άες Σεντάι. Αφού το ζύγισε στο μυαλό του για μια στιγμή —η Νταίζε Κόνγκαρ εναντίον μιας Άες Σεντάι― χάθηκε στο πλήθος.

«Κι εσένα θα σε περιποιηθεί η Αλάνα», είπε η Βέριν κοιτώντας τον ξανά.

Ο Πέριν ευχήθηκε να μην ήταν διφορούμενο το νόημα αυτής της φράσης.

43

Νοιάσου Για Τους Ζωντανούς

Η Βέριν πήρε τα χαλινάρια του Γοργοπόδη και τον οδήγησε η ίδια στο Πανδοχείο της Οινοπηγής, ενώ το πλήθος άνοιγε μπροστά της δρόμο να περάσει και μετά ξανάκλεινε πίσω της. Ο Ντάνιλ, ο Μπαν και οι άλλοι ακολουθούσαν καβάλα και πεζοί, και τώρα έσμιγαν με τους δικούς τους. Αν και ήταν εμβρόντητοι από τις αλλαγές στο Πεδίο του Έμοντ, οι νεαροί ακόμα έδειχναν περηφάνια και προχωρούσαν στητοί, έστω κι αν κούτσαιναν, ή ανακάθιζαν ισιώνοντας το κορμί στη σέλα· τα είχαν βάλει με Τρόλοκ και είχαν γυρίσει σπίτι. Οι γυναίκες χάιδευαν γιους, ανιψιούς και εγγονούς κι έπνιγαν συχνά τα δάκρυά τους, ενώ τα χαμηλόφωνα βογκητά τους ακούγονταν σαν ένα απαλό μουρμούρισμα πόνου. Άντρες με στενεμένα μάτια προσπαθούσαν να κρύψουν την ανησυχία τους πίσω από χαμόγελα όλο καμάρι, χτυπούσαν τους ώμους των παλικαριών και αναφωνούσαν βλέποντας το πρώτο χνούδι σε κάποιο μάγουλο, συχνά όμως το χάδι γινόταν ώμος, που στήριζε το νέο. Οι φιλεναδούλες τους έτρεχαν με φιλιά και κραυγές, μαζί να χαίρονται και να συμπάσχουν, ενώ τα μικρότερα αδέλφια, όλο αβεβαιότητα, πότε ξεσπούσαν σε κλάματα και πότε κρέμονταν από το μεγάλο αδερφό, τον οποίο όλοι έμοιαζαν να θεωρούν ήρωα, με μάτια γουρλωμένα από θαυμασμό.