Выбрать главу

Οι άλλες φωνές ήταν εκείνες που ο Πέριν ευχόταν να μην τις άκουγε.

«Πού είναι ο Κένλεϋ;» Η κυρά Άχαν ήταν ομορφογυναίκα, με λευκές πινελιές στα μαύρα σαν του κορακιού μαλλιά της πλεξούδας της, όμως έσμιγε τα φρύδια με φόβο, καθώς κοίταζε τα πρόσωπα και έβλεπε τα μάτια να κοιτάζουν αλλού από τα δικά της. «Πού είναι ο Κένλεϋ μου;»

«Μπίλι!» έκραζε αβέβαια ο γερο-Χιού αλ'Ντάι. «Είδε κανείς τον Μπίλι αλ'Ντάι;»

«...Χιο...!»

«...Τζάρεντ...!»

«...Τιμ...!»

«...Κόλλυ...!»

Μπροστά στο πανδοχείο ο Πέριν έπεσε από τη σέλα, καθώς βιαζόταν να ξεφύγει από εκείνα τα ονόματα, και δεν είδε καν ποια χέρια τον έπιασαν. «Πάρτε με μέσα!» φώναξε βραχνά. «Μέσα!»

«...Τέβεν...!»

«...Χάραλ...!»

«...Χαντ...!»

Η πόρτα έκλεισε απ' έξω τους γοερούς θρήνους και τις κραυγές της μητέρας του Ντάελ αλ'Τάρον, που ζητούσε κάποιος να της πει πού ήταν ο γιος της.

Στο καζάνι των Τρόλοκ, σκέφτηκε ο Πέριν καθώς τον κάθιζαν σε μια καρέκλα στην κοινή αίθουσα. Στην κοιλιά των Τρόλοκ, εκεί που τον έβαλα εγώ, κυρά αλ'Τάρον. Εκεί που τον έβαλα εγώ. Η Φάιλε του είχε πιάσει το κεφάλι με τα δύο χέρια και τον κοίταζε ανήσυχα στο πρόσωπο. Νοιάσου για τους ζωντανούς, σκέφτηκε. Για τους νεκρούς θα κλάψεις μετά. Μετά.

«Καλά είμαι», της είπε. «Μόνο που ζαλίστηκα λίγο εκεί που ξεπέζευα. Ποτέ δεν ήμουν καλός καβαλάρης». Αυτή δεν έδειξε να τον πιστεύει.

«Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα;» απαίτησε να μάθει από τη Βέριν.

Η Άες Σεντάι κούνησε γαλήνια το κεφάλι της. «Καλύτερα όχι, παιδί μου. Κρίμα που καμιά από τις δυο μας δεν είναι Κίτρινη, όμως η Αλάνα είναι καλύτερη Θεραπεύτρια από μένα. Τα δικά μου Ταλέντα βρίσκονται αλλού. Θα τη φέρει ο Ίχβον. Κάνε υπομονή, παιδί μου».

Η κοινή αίθουσα είχε γίνει κάτι σαν οπλοστάσιο. Παντού, εκτός από το τζάκι, οι τοίχοι είχαν κρυφτεί πίσω από μια πυκνή μάζα από γερμένα δόρατα κάθε είδους, με κάποιο λογχοπέλεκυ ή καμιά αλαβάρδα ανάμεσά τους, ακόμα και μερικές λόγχες με λεπίδες σε αλλόκοτα σχήματα, πολλά από τα οποία ήταν χτυπημένα ή ξεβαμμένα εκεί που είχαν τρίψει τη σκουριά. Ακόμα πιο παράξενο ήταν που στη βάση της σκάλας βρισκόταν ένα βαρέλι γεμάτο με ανακατεμένα σπαθιά, τα περισσότερα δίχως θηκάρι κι όλα διαφορετικά μεταξύ τους. Πρέπει να είχαν ψάξει σ' όλες τις σοφίτες σε ακτίνα πέντε μιλίων για να βρουν αυτά τα κειμήλια, που μάζευαν σκόνη επί γενιές. Ο Πέριν δεν θα υποψιαζόταν ότι θα μπορούσε κάποιος να βρει έστω και πέντε σπαθιά σ' όλους τους Δύο Ποταμούς ― τουλάχιστον πριν έρθουν οι Λευκομανδίτες και οι Τρόλοκ.

Ο Γκαούλ πήρε θέση παραδίπλα, κοντά στη σκάλα που οδηγούσε στα δωμάτια του πανδοχείου και στο μέρος όπου έμεναν οι αλ'Βέρ, κοιτώντας τον Πέριν, χωρίς να ξεφεύγει στιγμή από την προσοχή του η Βέριν και κάθε κίνησή της. Στην άλλη άκρη του δωματίου, παρακολουθώντας τη Φάιλε και όλους τους άλλους, οι δύο Κόρες στήριζαν τα δόρατα στον αγκώνα τους και στέκονταν με τρόπο που έμοιαζε μαζί ανέμελος και έτοιμος για δράση. Οι τρεις νεαροί, που είχαν φέρει μέσα τον Πέριν, σάλευαν τα πόδια τους κοντά στην πόρτα και κοίταζαν κι αυτόν και την Άες Σεντάι και τους Αελίτες με γουρλωμένα μάτια. Αυτό ήταν όλο.

«Οι άλλοι», είπε ο Πέριν. «Χρειάζονται —»

«Θα τους φροντίσουν», τον έκοψε ήρεμα η Βέριν και κάθισε σε ένα άλλο τραπέζι. «Θέλουν να βρεθούν με τις οικογένειές τους. Καλύτερα να είσαι κοντά στους αγαπημένους σου».

Ο Πέριν ένιωσε μια σουβλιά πόνου —από το νου του πέρασαν για μια στιγμή οι τάφοι κάτω από τις μηλιές― όμως την αγνόησε. Φρόντισε τους ζωντανούς, θύμισε αυστηρά στον εαυτό του. Η Άες Σεντάι έβγαλε πένα και μελάνι και άρχισε να κρατά σημειώσεις στο βιβλιαράκι της με έναν κομψό γραφικό χαρακτήρα. Ο Πέριν αναρωτήθηκε αν την ένοιαζε πόσοι άνθρωποι των Δύο Ποταμών είχαν πεθάνει για να ζήσει ο ίδιος, ώστε να χρησιμοποιηθεί στα σχέδια που είχε ο Λευκός Πύργος για τον Ραντ.

Η Φάιλε του έσφιξε το χέρι, όμως μίλησε στην Άες Σεντάι. «Δεν πρέπει να τον ανεβάσουμε πάνω;»

«Όχι ακόμα», είπε απότομα ο Πέριν. Η Βέριν σήκωσε το βλέμμα και έκανε να μιλήσει, αλλά αυτός επανέλαβε, με πιο σταθερή φωνή, αυτό που είχε ήδη πει. «Όχι ακόμα». Η Άες Σεντάι σήκωσε τους ώμους και συνέχισε να σημειώνει. «Ξέρει κανένας πού είναι ο Λόιαλ;»