«Ο Ογκιρανός;» είπε ένας από τους τρεις στην πόρτα. Ήταν ο Νταβ Αγιέλιν, με πιο στιβαρό κορμί από του Ματ, αλλά με το ίδιο λαμπύρισμα στα μαύρα μάτια του. Επίσης, ήταν απεριποίητος κι αχτένιστος, σαν τον Ματ. Τον παλιό καιρό, ό,τι αταξία δεν έκανε ο Ματ την έκανε ο Νταβ, αν και συνήθως ο Ματ είχε το προβάδισμα. «Είναι έξω με τους άλλους, που ανοίγουν το Δυτικό Δάσος. Κάθε φορά που κόβουμε ένα δέντρο κάνει λες και σκοτώνουμε τον αδελφό του, όμως κόβει τρία μέχρι οι άλλοι να κόψουν ένα, με ένα πελώριο τσεκούρι που έβαλε τον αφέντη Λούχαν να του κάνει. Αν τον θέλεις, είδα τον Τζάιμ Θέην να τρέχει για να τους πει ότι επιστρέψατε. Στοίχημα ότι θα έρθουν όλοι να σε κοιτάξουν». Με το βλέμμα στο σπασμένο βέλος, μόρφασε και έτριψε το δικό του πλευρό με συμπόνια. «Πονάει πολύ;»
«Πονάει αρκετά», είπε κοφτά ο Πέριν. Έρχονταν να τον κοιτάξουν. Τι είμαι, βάρδος; «Και ο Λουκ; Δεν θέλω να τον δω, μα είναι εδώ;»
«Φοβάμαι πως όχι». Ο άλλος άντρας, ο Έλαμ Ντάουτρη, έτριψε τη μακριά μύτη του. Αταίριαστο πλάι στο μάλλινο σακάκι αγρότη και την ατίθαση τούφα των μαλλιών του μπροστά, ήταν ένα σπαθί στη ζώνη του· η λαβή ήταν πρόσφατα τυλιγμένη με πετσί και το δερμάτινο θηκάρι ήταν τριμμένο και ξεφλούδιζε. «Ο Άρχοντας Λουκ πήγε να κυνηγήσει το Κέρας του Βαλίρ, νομίζω. Ή ίσως Τρόλοκ».
Ο Νταβ και ο Έλαμ ήταν φίλοι του Πέριν κάποτε, σύντροφοί του στο κυνήγι και το ψάρεμα, σχεδόν συνομήλικοι του, όμως με τα ενθουσιασμένα χαμόγελά τους έδειχναν νεότεροι. Σε σύγκριση, ο Ματ και ο Ραντ έμοιαζαν να είναι τουλάχιστον πέντε χρόνια μεγαλύτεροί τους. Μπορεί και ο ίδιος να έδειχνε έτσι.
«Ελπίζω να ξαναγυρίσει σύντομα», συνέχισε να λέει ο Έλαμ. «Μου δείχνει πώς να χρησιμοποιώ το σπαθί. Ξέρεις ότι είναι Κυνηγός του Κέρατος; Και βασιλιάς, αν του αναγνωρίσουν τα δικαιώματά του. Του Άντορ, έτσι άκουσα».
«Το Άντορ έχει βασίλισσες», μουρμούρισε αφηρημένα ο Πέριν, ανταμώνοντας το βλέμμα της Φάιλε, «όχι βασιλιάδες».
«Άρα δεν είναι εδώ», είπε αυτή. Ο Γκαούλ σάλεψε λιγάκι· έμοιαζε έτοιμος να πάει να κυνηγήσει τον Λουκ, τα μάτια του ένας γαλάζιος πάγος. Ο Πέριν δεν θα ξαφνιαζόταν αν έβλεπε την Μπάιν και την Τσιάντ να φορούν τα πέπλα επιτόπου.
«Όχι», είπε αφηρημένα η Βέριν, προφανώς προσηλωμένη περισσότερο στις σημειώσεις της και όχι σ' αυτό που έλεγε. «Όχι ότι δεν βοηθάει πού και πού, αλλά έχει έναν τρόπο να δημιουργεί προβλήματα όταν είναι εδώ. Χθες, πριν καταλάβει κανείς τι έκανε, πήρε μια αντιπροσωπεία και συνάντησε μια περίπολο Λευκομανδιτών, για να τους πει ότι το Πεδίο του Έμοντ ήταν κλειστό γι' αυτούς. Απ' ό,τι φαίνεται, τους είπε να μην πλησιάσουν πιο κοντά από δέκα μίλια. Δεν μ' αρέσουν οι Λευκομανδίτες, αλλά δεν φαντάζομαι να το δέχτηκαν ευχάριστα. Δεν είναι σοφό να τους ανταγωνίζεσαι περισσότερο απ' όσο χρειάζεται». Κοίταξε συνοφρυωμένη αυτά που είχε γράψει κι έτριψε τη μύτη της, χωρίς να καταλαβαίνει ότι είχε αφήσει μελανιά.
Τον Πέριν δεν τον ένοιαζε τι δέχονταν και με ποιον τρόπο οι Λευκομανδίτες. «Χθες», είπε χαμηλόφωνα. Αν ο Λουκ είχε έρθει στο χωριό χθες, τότε μάλλον δεν είχε σχέση με το γεγονός ότι οι Τρόλοκ είχαν εμφανιστεί εκεί που δεν τους περίμεναν. Όσο πιο πολύ σκεφτόταν ο Πέριν πώς είχε γυρίσει ανάποδα εκείνη η ενέδρα, τόσο περισσότερο σκεφτόταν ότι οι Τρόλοκ τους περίμεναν. Και τόσο πιο πολύ ήθελε να κατηγορήσει τον Λουκ γι' αυτό. «Όσο και να το θέλεις, η πέτρα δεν γίνεται τυρί», μουρμούρισε. «Αλλά ο άνθρωπος μου μυρίζει σαν τυρί».
Ο Νταβ και οι άλλοι δύο κοιτάχτηκαν με αμφιβολία. Ο Πέριν σκέφτηκε ότι τα λόγια του μάλλον δεν έβγαζαν νόημα.
«Η ομάδα αποτελούνταν κυρίως από κάτι Κόπλιν», είπε ο τρίτος με ασυνήθιστα βαθιά φωνή. «Ο Νταρλ, ο Χάρι, ο Νταγκ και ο Γιούαλ. Και ο Γουίτ Κόνγκαρ. Η Νταίζε του τα έψαλε γι' αυτό».
«Άκουσα ότι συμπαθούσαν τους Λευκομανδίτες». Του Πέριν του φαινόταν γνώριμος αυτός εδώ με τη βαθιά φωνή. Ήταν νεότερος κατά δυο-τρία χρόνια από τον Έλαμ και τον Νταβ, αλλά τους περνούσε τρεις πόντους στο μπόι, με λεπτό πρόσωπο αλλά μεγάλους ώμους.
«Έτσι ήταν». Ο φίλος γέλασε. «Τους ξέρεις. Αυτό που τους αρέσει είναι να προκαλούν φασαρίες στους άλλους. Από τη στιγμή που άρχισε να λέει τα δικά του ο Άρχοντας Λουκ, αυτοί ήθελαν να πάμε παραταγμένοι στο Λόφο της Σκοπιάς και να πούμε στους Λευκομανδίτες να φύγουν από τους Δύο Ποταμούς. Δηλαδή να πάει κάποιος άλλος κι όχι οι ίδιοι. Νομίζω ότι αυτοί προτιμούν να είναι κάπου βαθιά στο κοπάδι».
Αν αυτό το πρόσωπο ήταν πιο παχουλό, αν ήταν καμιά τριανταριά πόντους πιο κοντά στο έδαφος... «Γιούιν Φίνγκαρ!» αναφώνησε ο Πέριν. Δεν μπορεί να ήταν αυτός· ο Γιούιν ήταν ένας κοντόχοντρος ταραξίας με στριγκή φωνή, που προσπαθούσε να χωθεί κι αυτός όποτε μαζεύονταν τα μεγάλα παιδιά. Το παλικαράκι εδώ μπροστά του μεγαλώνοντας θα τον έφτανε στο μπόι, μπορεί και να τον ξεπερνούσε. «Εσύ είσαι;»