Выбрать главу

Ο Γιούιν έσκασε ένα πλατύ χαμόγελο. «Ακούμε πολλά για σένα, Πέριν», είπε με εκείνη την μπάσα φωνή που ξάφνιαζε, «ότι πολεμάς Τρόλοκ, όχι περνάς λογής-λογής περιπέτειες στον κόσμο εκεί έξω, έτσι λένε. Μπορώ ακόμα να σε λέω Πέριν, έτσι δεν είναι;»

«Φως μου, ναι!» φώναξε ο Πέριν. Είχε βαρεθεί όλα αυτά περί Χρυσομάτη.

«Μακάρι να είχα έρθει μαζί σου πέρυσι». Ο Νταβ έτριψε τα χέρια με ενθουσιασμό. «Εσύ γύρισες πίσω με Άες Σεντάι, με Πρόμαχους και με έναν Ογκιρανό». Το έλεγε σαν να ήταν τρόπαια. «Εγώ το μόνο που κάνω είναι να βόσκω τις αγελάδες και να τις αρμέγω, να τις βόσκω και να τις αρμέγω. Α, και τσαπίζω, και κόβω ξύλα. Είσαι τυχερός».

«Πώς ήταν;» ρώτησε ο Έλαμ ξέπνοος. «Η Αλάνα Σεντάι είπε ότι έφτασες ως τη Μεγάλη Μάστιγα και άκουσα ότι είδες το Κάεμλυν και το Δάκρυ, Πώς είναι οι πόλεις; Είναι στ' αλήθεια δέκα φορές μεγαλύτερες από το Πεδίο του Έμοντ; Είδες παλάτι; Υπάρχουν Σκοτεινόφιλοι στις πόλεις; Η Μάστιγα είναι στ’ αλήθεια γεμάτη Τρόλοκ, Ξέθωρους και Πρόμαχους;»

«Πώς έπαθες την ουλή, από Τρόλοκ;» Αν και είχε φωνή ταύρου, ο Γιούιν κατάφερε να βγάλει μια στριγκή νότα έξαψης. «Μακάρι να είχα κι εγώ ουλή. Είδες καμιά βασίλισσα; Ή βασιλιά; Εγώ θα προτιμούσα να δω βασίλισσα, αλλά κι ο βασιλιάς σπουδαίος θα ήταν. Πώς είναι ο Λευκός Πύργος; Είναι μεγάλος σαν παλάτι;»

Η Φάιλε χαμογέλασε, απολαμβάνοντάς το, όμως ο Πέριν ανοιγόκλεισε τα μάτια μπροστά σ' αυτό τον καταιγισμό. Άραγε είχαν ξεχάσει τους Τρόλοκ τη Νύχτα του Χειμώνα, είχαν ξεχάσει τους Τρόλοκ στην περιοχή τότε; Ο Έλαμ έσφιγγε τη λαβή του σπαθιού του, σαν να ήταν έτοιμος να ξεκινήσει εκείνη τη στιγμή για τη Μάστιγα, ο Νταβ στεκόταν σχεδόν στις μύτες των ποδιών με τα μάτια να λάμπουν και ο Γιούιν έμοιαζε έτοιμος να πιάσει τον Πέριν από το γιακά. Περιπέτεια; Ήταν βλάκες. Ο Πέριν, όμως, φοβόταν ότι έρχονταν δύσκολοι καιροί, πιο δύσκολοι από ό,τι είχαν δει ποτέ οι Δύο Ποταμοί. Δεν θα έβλαπτε αν αργούσαν λιγάκι ακόμα να μάθουν την αλήθεια.

Το πλευρό του τον πονούσε, αλλά προσπάθησε να απαντήσει. Έδειξαν να απογοητεύονται που δεν είχε δει ποτέ το Λευκό Πύργο, ούτε βασιλιά ή βασίλισσα. Πίστευε ότι η Μπερελαίν ήταν κάτι σαν βασίλισσα, αλλά με τη Φάιλε μπροστά δεν θα έλεγε κουβέντα γι' αυτήν. Κάποια άλλα τα αποσιώπησε· το Φάλμε και τον Οφθαλμό του Κόσμου, τους Αποδιωγμένους, το Καλαντόρ. Όλα αυτά ήταν επικίνδυνα θέματα, που οδηγούσαν στον Αναγεννημένο Δράκοντα. Μπορούσε, όμως, να τους πει κάποια πράγματα για το Κάεμλυν και το Δάκρυ, για τις Μεθόριους και τη Μάστιγα. Ήταν παράξενο το τι δέχονταν και τι όχι. Το βδελυρό τοπίο της Μάστιγας, που έμοιαζε να σαπίζει μπροστά στα μάτια σου, αυτό το ρούφηξαν, όπως και τους Σιναρανούς στρατιώτες με την πλεξούδα στην κορυφή του κεφαλιού, ή τα στέντιγκ των Ογκιρανών, όπου οι Άες Σεντάι δεν μπορούσαν να χειριστούν τη Δύναμη και οι Ξέθωροι δίσταζαν να μπουν. Αλλά για το μέγεθος της Πέτρας του Δακρύου, ή τις απέραντες εκτάσεις των πόλεων...

Όσο για τις δικές του υποτιθέμενες περιπέτειες, είπε: «Κυρίως προσπαθούσα να μη μου ανοίξουν το κεφάλι. Αυτό είναι οι περιπέτειες, αυτό και το να βρίσκεις μέρος για να κοιμάσαι το βράδυ, καθώς και κάτι να φας. Πεινάς πολύ όταν ζεις περιπέτειες και κοιμάσαι παγωμένος ή βρεγμένος, ή και τα δύο».

Αυτό δεν τους καλάρεσε, ούτε το πίστεψαν ιδιαίτερα, όπως δεν πίστεψαν ότι η Πέτρα ήταν σαν ένα μικρό βουνό. Ο Πέριν θύμισε στον εαυτό του ότι κι αυτός δεν ήξερε πολλά για τον κόσμο φεύγοντας από τους Δύο Ποταμούς. Αλλά δεν τον βοήθησε πολύ. Δεν ήταν ποτέ του τόσο αθώος. Ή μήπως ήταν; Η κοινή αίθουσα έμοιαζε να καίει. Θα έβγαζε το σακάκι, αλλά ήθελε κόπο για να κουνηθεί.

«Τι κάνουν ο Ραντ και ο Ματ;» ζήτησε να μάθει ο Γιούιν. «Αν είναι όλο πείνα και βροχή, γιατί δεν γύρισαν κι αυτοί στο χωριό;»

Είχαν μπει μέσα ο Ταμ και ο Άμπελ, και οι δύο με τόξα, αλλά ο Ταμ είχε και ένα σπαθί ζωσμένο πάνω από το σακάκι του —το παράξενο ήταν ότι το σπαθί φαινόταν να ταιριάζει του Ταμ, παρά το σακάκι αγρότη― κι έτσι ο Πέριν τα είπε όπως και πριν, ο Ματ έπαιζε, γλεντοκοπούσε σε ταβέρνες και κυνηγούσε τον ποδόγυρο, ο Ραντ φορούσε ένα φίνο σακάκι και είχε μια όμορφη κοπέλα με ξανθά μαλλιά στο μπράτσο του. Την Ηλαίην την έκανε αρχόντισσα, περιμένοντας ότι δεν θα πίστευαν πως ήταν η Κόρη-Διάδοχος του Άντορ, και αποδείχτηκε ότι είχε δίκιο, όταν αυτοί τον κοίταξαν δύσπιστα. Πάντως όλα έμοιαζαν ικανοποιητικά, ήταν αυτά που ήθελαν να ακούσουν και η δυσπιστία υποχώρησε όταν ο Έλαμ επισήμανε ότι και η Φάιλε ήταν αρχόντισσα κι έμοιαζε να τρέχει πίσω από τον Πέριν. Αυτό έκανε τον Πέριν να χαμογελάσει πλατιά· αναρωτήθηκε τι θα έλεγαν αν τους αποκάλυπτε ότι ήταν εξαδέλφη βασίλισσας.