Η Φάιλε δεν φαινόταν πια να το απολαμβάνει για κάποιο λόγο. Στράφηκε προς το μέρος τους με μια ματιά εφάμιλλη του πιο αγέρωχου και παγωμένου βλέμματος της Ηλαίην. «Πολύ τον ταλαιπωρήσατε. Είναι τραυματίας. Άντε στα σπίτια σας».
Κατά έναν παράξενο τρόπο, αυτοί υποκλίθηκαν αδέξια —ο Νταβ πρότεινε αμήχανα το πόδι, δείχνοντας γελοίος― μουρμούρισαν συγνώμες —προς αυτήν, όχι προς τον Πέριν!― και γύρισαν για να φύγουν. Την αναχώρησή τους καθυστέρησε η άφιξη του Λόιαλ, ο οποίος περνούσε καμπουριαστός από την πόρτα, με τα πυκνά μαλλιά του να αγγίζουν το ανώφλι. Έμειναν να χαζεύουν τον Ογκιρανό, λες και τον έβλεπαν πρώτη φορά, και ύστερα κοίταξαν τη Φάιλε και συνέχισαν βιαστικά το δρόμο τους. Το παγερό βλέμμα αρχόντισσας έκανε τη δουλειά του.
Όταν ο Λόιαλ ορθώθηκε, το κεφάλι του μόλις που δεν άγγιζε την οροφή. Οι ευρύχωρες τσέπες του σακακιού του είχαν τα συνηθισμένα τετράγωνα φουσκώματα που έδειχναν βιβλία, όμως κρατούσε ένα πελώριο τσεκούρι. Η λαβή του ήταν ψηλή όσο κι ο Πέριν, ενώ η κεφαλή του, με σχήμα κανονικού τσεκουριού για ξύλα, ήταν πλατιά σαν το πολεμικό τσεκούρι του Πέριν. «Πληγώθηκες», μπουμπούνισε μόλις έπεσε το βλέμμα του στον Πέριν. «Μου είπαν ότι γύρισες, αλλά δεν είπαν ότι τραυματίστηκες, αλλιώς θα ερχόμουν πιο γρήγορα».
Ο Πέριν είχε ξαφνιαστεί βλέποντας το τσεκούρι. Μεταξύ των Ογκιρανών, «βάζεις μακρύ στειλιάρι στο τσεκούρι σου» σήμαινε ότι ήσουν βιαστικός ή θυμωμένος ― οι Ογκιρανοί για κάποιο λόγο έμοιαζαν να θεωρούν αυτά τα δύο ίδιο πράγμα. Ο Λόιαλ πράγματι έδειχνε θυμωμένος, τα φουντωτά αφτιά του ήταν τραβηγμένα προς τα πίσω και συνοφρυωνόταν έτσι που τα κρεμαστά φρύδια του έφταναν ως τα πλατιά μάγουλά του. Σίγουρα επειδή ήταν αναγκασμένος να κόβει δέντρα. Ο Πέριν ήθελε να τον ξεμοναχιάσει και να τον ρωτήσει αν είχε δει τίποτα σχετικά με τα πήγαιν' έλα της Αλάνα. Ή της Βέριν. Έτριψε το πρόσωπό του και ξαφνιάστηκε όταν βρήκε ότι ήταν στεγνό· ένιωθε ιδρωμένος.
«Είναι και πεισματάρης», είπε η Φάιλε, γυρνώντας προς τον Πέριν με το ίδιο προστακτικό βλέμμα που είχε ρίξει στον Νταβ, τον Έλαμ και τον Γιούιν. «Κανονικά θα έπρεπε να είσαι στο κρεβάτι. Βέριν, πού είναι η Αλάνα; Αφού θα τον Θεραπεύσει αυτή, πού είναι;»
«Θα έρθει». Η Άες Σεντάι δεν σήκωσε το βλέμμα. Είχε χώσει ξανά τη μύτη στο βιβλίο της και έσμιγε τα φρύδια σκεφτικά, με την πένα στον αέρα.
«Θα έπρεπε να βρίσκεται ακόμα στο κρεβάτι!»
«Αργότερα θα έχω χρόνο γι' αυτό», είπε σταθερά ο Πέριν. Της χαμογέλασε για να μαλακώσει τον τόνο του, όμως αυτή απλώς πήρε μια ανήσυχη έκφραση και μουρμούρισε «πεισματάρη» μέσα από τα δόντια της. Δεν θα ρωτούσε τον Λόιαλ για τις Άες Σεντάι μπροστά στη Βέριν, αλλά υπήρχε και κάτι άλλο, εξίσου σημαντικό. «Λόιαλ, η Πύλη είναι ξεκλείδωτη και περνούν Τρόλοκ. Πώς είναι δυνατόν αυτό;»
Τα φρύδια του Ογκιρανού βυθίστηκαν ακόμα περισσότερο, ενώ τα αφτιά του μαράθηκαν. «Δικό μου σφάλμα, Πέριν», μπουμπούνισε θρηνητικά. «Έβαλα και τα δύο φύλλα του Αβεντεσόρα απ' έξω. Έτσι η Πύλη ήταν κλειδωμένη από μέσα, αλλά απ' έξω μπορούσε πάλι να την ανοίξει οποιοσδήποτε. Οι Οδοί είναι σκοτεινές εδώ και αιώνες, όμως τις φτιάξαμε εμείς. Δεν άντεχα να καταστρέψω την Πύλη. Συγνώμη, Πέριν. Όλο το σφάλμα είναι δικό μου».
«Δεν φανταζόμουν ότι μπορεί να καταστραφεί μια Πύλη», είπε η Φάιλε.
«Δεν εννοούσα ακριβώς να καταστραφεί». Ο Λόιαλ έγειρε στο τσεκούρι του με τη μακριά λαβή. «Κάποτε κατέστρεψαν μια Πύλη, λιγότερα από πεντακόσια χρόνια μετά το Τσάκισμα, σύμφωνα με την Νταμέλε, την κόρη της Άλα, που ήταν κόρη της Σοφέρα, επειδή η Πύλη ήταν κοντά σε ένα στέντιγκ που είχε αλωθεί από τη Μάστιγα. Υπάρχουν δυο-τρεις Πύλες που έχουν χαθεί στη Μάστιγα. Αλλά, όπως γράφει, ήταν πολύ δύσκολο και χρειάστηκε δεκατρείς Άες Σεντάι να δουλέψουν μαζί, χρησιμοποιώντας ένα σα'ανγκριάλ. Έχει γράψει για άλλη μια απόπειρα, με μόνο εννέα Άες Σεντάι, στους Πόλεμους των Τρόλοκ, στην οποία η Πύλη έπαθε ζημιά με τέτοιον τρόπο, που οι Άες Σεντάι παρασύρθηκαν στο —» Σταμάτησε, κουνώντας τα αφτιά με αμηχανία, και άγγιξε με τις αρθρώσεις των δαχτύλων την πλατιά μύτη του. Όλοι τον κοίταζαν, ακόμα και η Βέριν με τους Αελίτες. «Καμιά φορά μου ξεφεύγει. Η Πύλη. Μάλιστα. Δεν μπορώ να την καταστρέψω, αλλά αν αφαιρέσω εντελώς και τα δύο φύλλα του Αβεντεσόρα, θα μαραθούν». Έκανε μια γκριμάτσα μ' αυτή τη σκέψη. «Ο μόνος τρόπος για να ξανανοίξει η Πύλη τότε, θα είναι αν οι Πρεσβύτεροι φέρουν το Φυλαχτό της Άνθησης. Αν και φαντάζομαι ότι μια Άες Σεντάι θα μπορούσε να ανοίξει μια τρύπα». Αυτή τη φορά ανατρίχιασε. Σίγουρα η καταστροφή μιας Πύλης του φαινόταν σαν το σκίσιμο ενός βιβλίου. Ύστερα από μια στιγμή, συνέχισε πάλι με βλοσυρή έκφραση. «Θα πάω τώρα».