«Όχι!» είπε απότομα ο Πέριν. Η αιχμή έμοιαζε να πάλλεται, αλλά δεν τον πονούσε πια. Μιλούσε πολύ· ο λαιμός του είχε στεγνώσει. «Υπάρχουν Τρόλοκ εκεί πάνω, Λόιαλ. Το καζάνι τους χωρά και Ογκιρανούς».
«Μα, Πέριν, θα —»
«Όχι, Λόιαλ. Πώς θα γράψεις το βιβλίο σου, αν πας και σκοτωθείς;»
Τα αφτιά του Λόιαλ σπαρτάρισαν. «Είναι ευθύνη μου, Πέριν».
«Η ευθύνη είναι δική μου», είπε μαλακά ο Πέριν. «Μου είπες τι έκανες με την Πύλη και δεν πρότεινα κάτι διαφορετικό. Εκτός αυτού, έτσι που τινάζεσαι κάθε φορά που λένε για τη μητέρα σου, δεν θέλω να με κυνηγάει μετά. Θα πάω εγώ, μόλις η Αλάνα με Θεραπεύσει από αυτό το βέλος που έχω μέσα μου». Σκούπισε το μέτωπό του και ύστερα κοίταξε απορημένος το χέρι του. Και πάλι δεν είχε ιδρώτα. «Λίγο νεράκι;»
Η Φάιλε βρέθηκε ακαριαία στο πλευρό του και τα δροσερά δάχτυλά της άγγιξαν το σημείο που βρισκόταν πριν το χέρι του. «Καίγεται! Βέριν, δεν μπορούμε να περιμένουμε την Αλάνα. Πρέπει —!»
«Εδώ είμαι», ανακοίνωσε η μελαχρινή Άες Σεντάι μπαίνοντας από την πίσω πόρτα της κοινής αίθουσας, με τη Μάριν αλ'Βέρ και την Άλσμπετ Λούχαν να τη συνοδεύουν, καθώς και τον Ίχβον ακριβώς πίσω τους. Ο Πέριν ένιωσε το γαργαλητό της Δύναμης πριν το χέρι της Αλάνα αντικαταστήσει το χέρι της Φάιλε. «Πηγαίνετε τον στην κουζίνα. Το τραπέζι εκεί είναι αρκετά μεγάλο για να ξαπλώσει. Γρήγορα. Δεν έχουμε πολύ χρόνο», πρόσθεσε η Άες Σεντάι με ψύχραιμη, γαλήνια φωνή.
Το κεφάλι του Πέριν στριφογύρισε και ξαφνικά κατάλαβε ότι ο Λόιαλ είχε γείρει το τσεκούρι του πλάι στην πόρτα και τον είχε μαζέψει στην αγκαλιά του. «Η Πύλη είναι δική μου, Λόιαλ». Φως μου, πώς διψάω. «Δική μου ευθύνη».
Η αιχμή πραγματικά δεν έμοιαζε να πονά όσο πριν, αλλά ο Πέριν πονούσε ολόκληρος. Ο Λόιαλ τον κουβαλούσε κάπου, σκύβοντας για να περάσει τις πόρτες. Η κυρά Λούχαν δάγκωνε το χείλος της με τα μάτια μισόκλειστα, σαν να ήταν έτοιμη να κλάψει. Ο Πέριν αναρωτήθηκε γιατί· ποτέ της δεν έκλαιγε. Η κυρά αλ'Βέρ έμοιαζε κι αυτή στενοχωρημένη.
«Κυρά Λούχαν», μουρμούρισε, «η μητέρα λέει ότι μπορώ να γίνω μαθητευόμενος του αφέντη Λούχαν». Όχι. Αυτό ήταν πολύ παλιά. Ήταν... πότε ήταν; Δεν θυμόταν.
Ήταν ξαπλωμένος κάπου σκληρά κι άκουγε την Αλάνα να μιλάει. «...οι ακίδες έχουν πιαστεί όχι μόνο στη σάρκα, αλλά και στο κόκαλο, ενώ η αιχμή έχει στραβώσει. Πρέπει να τη φέρω ίσια με την πρώτη πληγή και να την τραβήξω. Αν δεν τον σκοτώσει το πλήγμα, μετά θα μπορέσω να Θεραπεύσω τη ζημιά που θα έχω κάνει, όπως και τα υπόλοιπα. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Είναι στο χείλος του γκρεμού». Αυτά δεν είχαν σχέση με τον Πέριν.
Η Φάιλε του χαμογέλασε θολά, με το πρόσωπο αναποδογυρισμένο. Στ' αλήθεια κάποτε είχε σκεφτεί ότι το πρόσωπό της ήταν πολύ πλατύ; Ήταν μια χαρά. Ήθελε να της αγγίξει το μάγουλο, όμως η κυρά αλ'Βέρ και η κυρά Λούχαν για κάποιο λόγο τον κρατούσαν απ' τους καρπούς και έγερναν πάνω του μ' όλο τους το βάρος. Ήταν και κάποιος που ξάπλωνε πάνω στα πόδια του, ενώ οι χερούκλες του Λόιαλ κατάπιναν τους ώμους του, πιέζοντάς τους στο τραπέζι. Ναι. Το τραπέζι της κουζίνας.
«Δάγκωσε, καρδιά μου», είπε η Φάιλε από κάπου μακριά. «Θα πονέσει».
Θέλησε να τη ρωτήσει τι θα πονούσε, αλλά αυτή του έβαλε στο στόμα ένα κλαρί τυλιγμένο με δέρμα. Ο Πέριν διέκρινε τη μυρωδιά του δέρματος, του μπαχαρόξυλου και της Φάιλε. Άραγε θα ερχόταν να κυνηγήσει μαζί του, να τρέχουν στα ατέλειωτα λιβάδια, κυνηγώντας ατέλειωτες αγέλες ελάφια; Ένα κρύο, μια παγωνιά τον διαπέρασε· αναγνώρισε αόριστα την αίσθηση της Μίας Δύναμης. Και μετά ήρθε ο πόνος. Άκουσε το κλαρί να σπάει ανάμεσα στα δόντια του, πριν το σκοτάδι καταπιεί τα πάντα.
44
Το Ξέσπασμα Της Θύελλας
Ο Πέριν άνοιξε τα μάτια αργά και κοίταξε το λευκό, γυψωμένο ταβάνι. Του πήρε μια στιγμή μέχρι να καταλάβει ότι ήταν σε ένα κρεβάτι με τέσσερα κολωνάκια, ξαπλωμένος σε ένα πουπουλένιο στρώμα, με μια κουβέρτα να τον σκεπάζει και ένα μαξιλάρι από πούπουλα χήνας κάτω από το κεφάλι του. Μια μυριάδα οσμές χόρευαν στη μύτη του· τα πούπουλα και το μαλλί της κουβέρτας, μια χήνα στη σούβλα, ψωμί και μελοπιτάκια στο φούρνο. Ήταν ένα δωμάτιο του Πανδοχείου της Οινοπηγής, με το λαμπερό φως του πρωινού, δεν υπήρχε αμφιβολία γι' αυτό, να πέφτει στις λευκές κουρτίνες των παραθύρων. Πρωί. Ψηλάφισε το πλευρό του. Τα δάχτυλα του βρήκαν απείραχτο δέρμα, αλλά ένιωθε πιο αδύναμος από κάθε άλλη φορά από τότε που τον είχε πετύχει το βέλος. Ήταν μικρό το αντίτιμο όμως, η ανταλλαγή συμφερτική. Και το λαιμό του, επίσης, τον ένιωθε σαν καινούριο.