Όταν κουνήθηκε, η Φάιλε πετάχτηκε από μια καρέκλα πλάι στο πέτρινο τζάκι, τινάζοντας στην άκρη μια κόκκινη κουβέρτα, και τανύστηκε. Είχε φορέσει μια πιο σκούρα, στενή φορεσιά ιππασίας και οι ζάρες στο γκρι μετάξι έλεγαν ότι είχε κοιμηθεί σε εκείνη την καρέκλα. «Η Αλάνα είπε ότι χρειαζόσουν ύπνο», του είπε. Έπιασε τη λευκή κανάτα από το τραπεζάκι πλάι στο κρεβάτι, του έβαλε βιαστικά ένα κύπελλο νερό και του το κράτησε να πιει. «Πρέπει να μείνεις εδώ άλλες δυο-τρεις μέρες για να ξαναβρείς τη δύναμη σου».
Οι λέξεις έμοιαζαν φυσιολογικές, αλλά υπήρχε μια υπόγεια θλίψη που μόλις κατάφερε να διακρίνει, ένα σφίξιμο στις άκρες των ματιών. «Τι πάει στραβά;»
Εκείνη ξανάβαλε προσεκτικά το φλιτζάνι στο τραπεζάκι και έσιαξε το φόρεμά της. «Τίποτα». Η υπόγεια ένταση ήταν ακόμα πιο φανερή.
«Φάιλε, μη μου λες ψέματα».
«Δεν λέω ψέματα!» ξέσπασε αυτή. «Θα σου φέρω πρωινό και είσαι τυχερός που σου το φέρνω, έτσι που με κατηγορείς —»
«Φάιλε». Είπε το όνομά της όσο πιο αυστηρά μπορούσε και εκείνη κοντοστάθηκε· το αγέρωχο, θυμωμένο βλέμμα έγινε έκφραση ανησυχίας, που της γέμισε ρυτίδες το μέτωπο, κι ύστερα πάλι άλλαξε. Αυτός της ανταπέδωσε το βλέμμα· δεν θα τον τουμπάριζε με τα κολπάκια που ήξεραν οι αριστοκράτισσες του καλού κόσμου.
Στο τέλος η Φάιλε αναστέναξε. «Μάλλον έχεις δικαίωμα να μάθεις. Αλλά θα μείνεις στο κρεβάτι μέχρι να πούμε η Αλάνα κι εγώ ότι μπορείς να σηκωθείς. Λείπουν ο Λόιαλ και ο Γκαούλ».
«Λείπουν;» Ανοιγόκλεισε τα μάτια μπερδεμένος. «Τι εννοείς λείπουν; Έφυγαν;»
«Κατά κάποιον τρόπο. Οι σκοποί τους είδαν να φεύγουν μαζί σήμερα το πρωί, με το πρώτο φως, προς το Δυτικό Δάσος. Κανείς τους δεν φαντάστηκε τίποτα· φυσικά, κανένας δεν δοκίμασε να τους σταματήσει, έναν Ογκιρανό παρέα μ' έναν Αελίτη. Δεν έχει ούτε μια ώρα που το άκουσα. Μιλούσαν για δέντρα, Πέριν. Για το πώς οι Ογκιρανοί τραγουδούν στα δέντρα».
«Δέντρα;» μούγκρισε ο Πέριν. «Είναι εκείνη η παλιο-Πύλη! Που να καώ, του είπα να μη... Θα σκοτωθούν πριν προλάβουν να φτάσουν!»
Τίναξε την κουβέρτα στο πλάι, κατέβασε τα πόδια από το κρεβάτι και σηκώθηκε όρθιος, ενώ ταλαντευόταν. Κατάλαβε ότι δεν φορούσε τίποτα, ούτε τα ασπρόρουχά του. Αλλά αν περίμεναν ότι θα τον κρατούσαν φυλακισμένο κάτω από μια κουβέρτα, έκαναν μεγάλο λάθος. Είδε ότι όλα ήταν τακτικά διπλωμένα σε μια καρέκλα με ψηλή ράχη δίπλα στην πόρτα, με τις μπότες πλάι και το τσεκούρι του στη θηλιά της ζώνης, σ' ένα κρεμαστάρι στον τοίχο. Πλησίασε παραπατώντας τα ρούχα του και άρχισε να ντύνεται όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
«Τι κάνεις τώρα;» ζήτησε να μάθει η Φάιλε. «Γύρνα στο κρεβάτι!» Με τη γροθιά στο γοφό της, έδειχνε προστακτικά με το άλλο χέρι, λες και το δάχτυλό της μπορούσε να τον μεταφέρει εκεί.
«Δεν μπορεί να πήγαν μακριά», της είπε. «Είναι με τα πόδια. Ο Γκαούλ δεν ανεβαίνει σε άλογα και ο Λόιαλ πάντα έλεγε ότι περισσότερο από κάθε άλογο εμπιστεύεται τα πόδια του. Το αργότερο ως το μεσημέρι θα τους έχω φτάσει με τον Γοργοπόδη». Φόρεσε το πουκάμισό του, περνώντας το πάνω από το κεφάλι του, το άφησε να κρέμεται πάνω από το παντελόνι και κάθισε κάτω —πιο σωστά, έπεσε― για να βάλει τις μπότες.
«Τρελάθηκες, Πέριν Αϋμπάρα! Τι πιθανότητες έχεις να τους βρεις σε εκείνο το δάσος;»
«Δεν είμαι κακός ανιχνευτής, Μπορώ να τους βρω». Της χαμογέλασε, αλλά αυτή δεν πείθονταν εύκολα.
«Θα σκοτωθείς, ανόητε! Δες πώς είσαι. Μετά βίας μπορείς να σταθείς στα πόδια σου. Πριν κάνεις ένα μίλι, θα πέσεις από τη σέλα!»
Κρύβοντας τον κόπο που κατέβαλλε, σηκώθηκε και χτύπησε τα πόδια στο πάτωμα για να βολευτούν στις μπότες. Όλη τη δουλειά θα την έκανε ο Γοργοπόδης· αυτός απλώς έπρεπε να κρατιέται. «Ανοησίες. Έχω αντοχή αλόγου. Μη με φοβερίζεις». Φόρεσε το σακάκι του, άρπαξε το τσεκούρι και τη ζώνη του. Η Φάιλε τον άρπαξε από το χέρι καθώς άνοιγε την πόρτα και αυτός την έσυρε μαζί του, καθώς προσπαθούσε μάταια να τον τραβήξει πίσω.
«Μερικές φορές έχεις μυαλά αλόγου», του είπε λαχανιασμένη. «Κι ακόμα λιγότερα! Πέριν, πρέπει να με ακούσεις. Πρέπει —»
Το δωμάτιο ήταν σ' ένα στενό διάδρομο, λίγα μέτρα πιο πέρα από τα σκαλιά, που κατέβαιναν ως την άδεια κοινή αίθουσα, και ακριβώς αυτά τα σκαλιά τον πρόδωσαν. Όταν το γόνατό του λύγισε για να τον κατεβάσει στο επόμενο σκαλί, συνέχισε να λυγίζει· ο Πέριν σωριάστηκε μπροστά, προσπαθώντας μάταια να πιαστεί από το κιγκλίδωμα και τραβώντας μαζί του τη Φάιλε, που τσίριζε. Κουτρουβάλησαν με πάταγο μέχρι κάτω στα σκαλιά και ακινητοποιήθηκαν μ' έναν τελικό γδούπο στο βαρέλι που βρισκόταν στη βάση τους, με τη Φάιλε ξαπλωμένη πάνω του. Το βαρέλι σείστηκε και στριφογύρισε, κάνοντας τα σπαθιά μέσα να κροταλίσουν, πριν σταθεροποιηθεί στο τέλος μ' έναν ξερό κρότο.