Ο Πέριν χρειάστηκε μερικές στιγμές για να πάρει ανάσα και να μιλήσει. «Είσαι καλά;» της είπε ανήσυχα. Αυτή ήταν σωριασμένη χαλαρά στο στήθος του. Την κούνησε απαλά. «Φάιλε, είσαι —;»
Εκείνη σήκωσε αργά το κεφάλι, παραμέρισε μερικές κοντές τούφες των μαύρων μαλλιών της από το πρόσωπο κι υστέρα τον κάρφωσε με το βλέμμα. «Εσύ είσαι καλά; Επειδή αν είσαι, μου έρχεται να σου κάνω κάτι βίαιο».
Ο Πέριν ξεφύσησε· μάλλον η Φάιλε είχε χτυπήσει πολύ λιγότερο απ' αυτόν. Ψηλάφισε προσεκτικά το σημείο όπου ήταν καρφωμένο πριν το βέλος, αλλά το μέρος δεν βρισκόταν σε χειρότερη κατάσταση από το υπόλοιπο κορμί του. Φυσικά, το υπόλοιπο κορμί του έμοιαζε να είναι μελανιασμένο από την κορφή ως τα νύχια. «Κατέβα από πάνω μου, Φάιλε. Πρέπει να βρω τον Γοργοπόδη».
Εκείνη, αντίθετα, του έπιασε το γιακά και με τα δύο χέρια και έγειρε κοντά του, τόσο που οι μύτες τους σχεδόν ακουμπούσαν. «Άκουσε με, Πέριν», του είπε βιαστικά. «Δεν-μπορείς-να-κάνεις-τα-πάντα. Αν ο Λόιαλ και ο Γκαούλ πήγαν να κλειδώσουν την Πύλη, πρέπει να τους αφήσεις. Η θέση σου είναι εδώ. Ακόμα κι αν ήσουν αρκετά δυνατός ― που δεν είσαι! Μ' ακούς; Δεν είσαι αρκετά δυνατός ― αλλά και να ήσουν, δεν πρέπει να τους ακολουθήσεις. Δεν μπορείς να κάνεις τα πάντα!»
«Μπα, τι κάνετε εσείς οι δύο;» είπε η κυρά αλ'Βέρ. Σκουπίζοντας τα χέρια στη μακριά, λευκή ποδιά της, πλησίασε από την πίσω πόρτα της κοινής αίθουσας. Τα φρύδια της έμοιαζαν σχεδόν έτοιμα να σκαρφαλώσουν στα μαλλιά της. «Με τούτο το χαλασμό περίμενα να βρω Τρόλοκ, αλλά όχι αυτό». Μιλούσε σαν να είχε σκανδαλιστεί ― και σαν να το διασκέδαζε.
Ο Πέριν συνειδητοποίησε ότι η εικόνα που παρουσίαζαν, με τη Φάιλε ξαπλωμένη έτσι πάνω του και τα κεφάλια τους κοντά, ήταν ενός ζευγαριού που έπαιζε το παιχνίδι των φιλιών. Στο πάτωμα της κοινής αίθουσας.
Τα μάγουλα της Φάιλε κοκκίνισαν και σηκώθηκε γρήγορα, ξεσκονίζοντας το φόρεμά της. «Είναι πεισματάρης σαν Τρόλοκ, κυρά αλ'Βέρ. Του είπα ότι δεν είναι δυνατός για να σηκωθεί. Πρέπει να ξαναγυρίσει αμέσως στο κρεβάτι του. Πρέπει να μάθει ότι δεν μπορεί να τα κάνει όλα μόνος, ειδικά όταν δεν μπορεί ούτε τη σκάλα να κατέβει».
«Αχ, καλή μου», είπε η κυρά αλ'Βέρ κουνώντας το κεφάλι, «είναι λάθος τρόπος αυτός». Έσκυψε κοντά στη νεαρή γυναίκα και της μίλησε ψιθυριστά, αλλά ο Πέριν δεν έχασε λέξη. «Συνήθως εύκολα τον έκανες ζάφτι όταν ήταν μικρό αγόρι, αν τον κουμαντάριζες σωστά, αλλά όταν πήγαινες να τον στριμώξεις, μουλάρωνε. Οι άντρες δεν αλλάζουν πολύ, απλώς ψηλώνουν. Αν του λες τι πρέπει και τι δεν πρέπει, θα στυλώσει τα πόδια και θα χλιμιντρίσει. Κάτσε να σου δείξω». Η Μάριν του χάρισε το λαμπερό χαμόγελό της, αγνοώντας το άγριο βλέμμα του. «Πέριν, δεν νομίζεις ότι τα καλά στρώματα μου από πούπουλα χήνας είναι προτιμότερα από το πάτωμα; Θα σου φέρω λίγη νεφρόπιτα μόλις ξαπλώσεις. Σίγουρα θα πεινάς, αφού δεν έφαγες χθες βράδυ. Έλα. Να σε βοηθήσω να σηκωθείς;»
Ο Πέριν έσπρωξε τα χέρια τους και σηκώθηκε μόνος του. Για την ακρίβεια, σηκώθηκε με τη βοήθεια του τοίχου. Του φαινόταν ότι είχε μώλωπες στο μισό σώμα του. Μουλάρωνε; Ποτέ δεν είχε μουλαρώσει στη ζωή του. «Κυρά αλ'Βέρ, θα πεις σε παρακαλώ στον Χιού ή στον Ταντ να σελώσουν τον Γοργοπόδη;»
«Όταν θα είσαι καλύτερα», είπε αυτή, προσπαθώντας να τον γυρίσει προς τη σκάλα. «Τι λες, δεν χρειάζεσαι λίγη ανάπαυση ακόμα;» Η Φάιλε τον έπιασε από το άλλο χέρι.
«Τρόλοκ!» Η κραυγή ακούστηκε πνιγμένη μέσα από τους τοίχους και την επανέλαβαν καμιά δεκαριά φωνές. «Τρόλοκ! Τρόλοκ!»
«Αυτά δεν πρέπει να σ' απασχολούν σήμερα», είπε η κυρά αλ'Βέρ με φωνή μαζί σταθερή και παρηγορητική. Τον έκανε να τρίξει τα δόντια του. «Οι Άες Σεντάι θα τα βγάλουν πέρα μια χαρά. Σε μια-δυο μέρες θα σταθείς ξανά στα πόδια σου. Θα δεις».
«Το άλογό μου», είπε προσπαθώντας να τους ξεφύγει. Είχαν πιάσει γερά τα μανίκια του· το μόνο που κατάφερε ήταν να τις κουνήσει μπρος-πίσω. «Για την αγάπη του Φωτός, θα σταματήσετε να με τραβολογάτε, να πάω να πάρω το άλογό μου; Αφήστε με».
Η Φάιλε κοίταξε το πρόσωπό του, αναστέναξε και του άφησε το χέρι. «Κυρά αλ'Βέρ, θα πεις να σελώσουν και να φέρουν το άλογό του;»
«Μα, καλή μου, έχει ανάγκη να —»
«Αν έχεις την καλοσύνη, κυρά αλ'Βέρ», είπε σταθερά η Φάιλε. «Και το δικό μου άλογο, επίσης». Οι δύο γυναίκες κοιτάχτηκαν σαν να μην υπήρχε ο Πέριν. Στο τέλος, η κυρά αλ'Βέρ ένευσε.
Ο Πέριν κοίταξε συνοφρυωμένος την πλάτη της, καθώς αυτή έτρεχε στην κοινή αίθουσα και χανόταν προς τις κουζίνες και το στάβλο. Τι διαφορετικό είχε πει η Φάιλε απ' αυτόν; Έστρεψε την προσοχή του πάνω της. «Γιατί άλλαξες γνώμη;» τη ρώτησε.