Εκείνη μουρμούρισε κάτι, βάζοντας του το πουκάμισο στο παντελόνι. Δεν περίμενε ότι αυτός άκουγε τόσο καλά ώστε να την καταλαβαίνει. «Δεν πρέπει να λέω πρέπει, έτσι δεν είναι; Όταν είναι τόσο πεισματάρης που δεν καταλαβαίνει τι κάνει, πρέπει να τον οδηγώ με μέλι και χαμόγελα, έτσι δεν είναι;» Του έριξε μια άγρια ματιά, που σίγουρα δεν είχε μέλι, και ξαφνικά χαμογέλασε τόσο γλυκά, που ο Πέριν παραλίγο να οπισθοχωρήσει. «Αγαπημένη μου καρδιά», του είπε σχεδόν γουργουρίζοντας, καθώς του έστρωνε το σακάκι, «ό,τι κι αν συμβεί εκεί έξω, ελπίζω να μείνεις στη σέλα και να μην πλησιάσεις τους Τρόλοκ. Δεν είναι αλήθεια ότι ακόμα δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις Τρόλοκ; Ίσως αύριο. Σε παρακαλώ, θυμήσου ότι είσαι ένας στρατηγός, ένας ηγέτης, σύμβολο του λαού σου, σαν κι αυτό το λάβαρο εκεί έξω. Αν βρίσκεσαι σε ένα σημείο όπου να σε βλέπουν αυτοί οι άνθρωποι, τότε θα αναθαρρήσει η καρδιά όλων τους. Και είναι πιο εύκολο να βλέπεις τι πρέπει να γίνει και να δίνεις διαταγές, όταν δεν είσαι κι εσύ μέσα στη μάχη». Μάζεψε τη ζώνη του από το πάτωμα, του την πέρασε γύρω από τη μέση και στερέωσε προσεκτικά το τσεκούρι στο γοφό του. Επίσης, τον κοίταξε παίζοντας τα βλέφαρά της! «Σε παρακαλώ, πες ότι αυτό θα κάνεις. Σε παρακαλώ!»
Η Φάιλε είχε δίκιο. Δεν θα άντεχε ούτε δυο λεπτά αν τα έβαζε με Τρόλοκ. Δυο δευτερόλεπτα με Ξέθωρο. Επίσης, όσο κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί, δεν θα άντεχε δυο μίλια στη σέλα, αν κυνηγούσε τον Λόιαλ και τον Γκαούλ. Ανόητε Ογκιρανέ. Συγγραφέας είσαι, όχι ήρωας. «Εντάξει», είπε. Τον παρέσυρε μια κατεργάρικη παρόρμηση ― ήταν ο τρόπος που μιλούσαν η Φάιλε και η κυρά αλ'Βέρ πάνω από το κεφάλι του και που η Φάιλε του έπαιζε τα ματόκλαδα, σαν να τον θεωρούσε βλάκα. «Δεν μπορώ να σου αρνηθώ τίποτα, όταν χαμογελάς τόσο όμορφα».
«Χαίρομαι». Με το χαμόγελο ακόμα στα χείλη, του ξεσκόνισε το σακάκι, τινάζοντας κλωστίτσες που ο ίδιος δεν έβλεπε. «Επειδή αν δεν μ' ακούσεις και καταφέρεις να επιζήσεις, θα σου κάνω ό,τι μου έκανες εκείνη την πρώτη μέρα στις Οδούς, Δεν νομίζω ότι είσαι ακόμα αρκετά δυνατός για να με σταματήσεις». Το χαμόγελο άστραψε μπροστά του, μια άνοιξη, μια γλύκα. «Με καταλαβαίνεις;»
Αυτός γέλασε πνιχτά, άθελά του. «Έτσι που τα λες, καλύτερα να τους αφήσω να με σκοτώσουν». Η έκφρασή της έδειξε ότι δεν το βρήκε αστείο.
Βγήκαν έξω και μερικές στιγμές μετά εμφανίστηκαν ο Χιού και ο Ταντ, οι λιπόσαρκοι σταβλίτες, να τραβούν από τα χαλινάρια τον Γοργοπόδη και τη Σουώλοου. Οι υπόλοιποι έμοιαζαν να είναι μαζεμένοι στην άλλη άκρη του χωριού, πέρα από το Δημόσιο Λιβάδι, με τα πρόβατα, τις αγελάδες, τις χήνες και εκείνο το πορφυρό και λευκό λάβαρο με τη λυκοκεφαλή, που κυμάτιζε στο πρωινό αγέρι. Μόλις ανέβηκαν στα άλογα ο Πέριν και η Φάιλε, οι δύο σταβλίτες έτρεξαν κι αυτοί προς τα κει, χωρίς να πουν λέξη.
Ό,τι κι αν συνέβαινε, προφανώς δεν ήταν επίθεση. Ο Πέριν έβλεπε γυναίκες και παιδιά στο πλήθος, ενώ οι κραυγές για «Τρόλοκ» είχαν σβήσει, αφήνοντας ένα μουρμούρισμα σαν αντίλαλο από τις χήνες. Ο Πέριν προχωρούσε αργά, για να μην ταλαντεύεται στη σέλα· η Φάιλε είχε τη Σουώλοου από κοντά, παρακολουθώντας τον. Αφού είχε αλλάξει μια φορά γνώμη δίχως λόγο, μπορούσε να αλλάξει ξανά, και ο Πέριν δεν ήθελε λογομαχίες για το αν έπρεπε να βρίσκεται εδώ.
Έμοιαζε να βρίσκονται σχεδόν όλοι ανάμεσα σε αυτό το βουερό πλήθος, οι άνθρωποι από το χωριό κι από τα γύρω αγροκτήματα, στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, όμως άνοιγαν δρόμο σ' αυτόν και τη Φάιλε, όταν έβλεπαν ποιοι ήταν. Το όνομά του μπήκε κι αυτό στα μουρμουρητά, συνήθως συνοδεία με το «Χρυσομάτης». Έπιασε και τη λέξη «Τρόλοκ» επίσης, όμως με έναν τόνο που έδειχνε περισσότερο απορία παρά φόβο. Από τη ράχη του Γοργοπόδη είχε καλή θέα, πέρα από τα κεφάλια τους.
Η πυκνή ανθρωποθάλασσα εκτεινόταν ως πέρα από τα τελευταία σπίτια, ως το φράχτη με τους μυτερούς πασσάλους. Στην άκρη του δάσους, σχεδόν εξακόσια βήματα πέρα από ένα χωράφι με δέντρα κομμένα σχεδόν σύρριζα, επικρατούσε σιωπή, καθώς έλειπαν οι άντρες με τα τσεκούρια. Εκείνοι οι άντρες, ιδρωμένοι και γυμνοί από τη μέση και πάνω, τώρα κύκλωναν το πλήθος γύρω από την Αλάνα, τη Βέριν και δύο άντρες. Ο Γιον Θέην, ο μυλωνάς, σκούπιζε μια στάλα αίμα από τα πλευρά του, με το τετράγωνο σαγόνι του να ακουμπά στο στέρνο του από το σκύψιμο, ώστε να βλέπει τι έκαναν τα χέρια του. Η Αλάνα σηκώθηκε από τον άλλο άντρα, έναν γκριζομάλλη που ο Πέριν δεν γνώριζε, ο οποίος πήδηξε όρθιος και έκανε ένα χορευτικό βήμα, σαν να μην πίστευε ότι ήταν ικανός για κάτι τέτοιο. Ο μυλωνάς και ο άλλος κοίταξαν την Άες Σεντάι με δέος.
Ο κύκλος των ανθρώπων γύρω από την Άες Σεντάι ήταν τόσο σφιχτός που κανένας δεν μπορούσε να παραμερίσει για τον Γοργοπόδη και τη Σουώλοου, όμως υπήρχαν μικρότερες, ανοιχτές περιοχές γύρω από τον Ίχβον και τον Τόμας, που στέκονταν πλάι στα άλογά τους. Ο κόσμος δεν ήθελε να ζυγώσει πολύ αυτά τα ζώα με τα φλογερά μάτια, που έμοιαζαν να γυρεύουν ευκαιρία για να δαγκώσουν κανέναν ή για να τον τσαλαπατήσουν.