Ο Πέριν κατάφερε να φτάσει τον Τόμας χωρίς πολύ κόπο. «Τι έγινε;»
«Ένας Τρόλοκ. Μόνο ένας». Αν και ο γκριζομάλλης Πρόμαχος μιλούσε απλά, σαν να έκανε μια καθημερινή κουβέντα, τα μαύρα μάτια του δεν έμεναν στον Πέριν και τη Φάιλε, αλλά πρόσεχαν σχεδόν εξίσου τη Βέριν και την άκρη του δάσους. «Συνήθως δεν είναι πολύ έξυπνοι μόνοι τους. Πονηροί ναι, αλλά όχι έξυπνοι. Η ομάδα των ξυλοκόπων τον έδιωξε, πριν τους καταφέρει κάτι παραπάνω από μερικές πληγές».
Από τα δέντρα εκεί εμφανίστηκαν τρέχοντας οι δύο Αελίτισσες, με τα σούφα τυλιγμένα στα κεφάλια και τα πέπλα υψωμένα, έτσι που ο Πέριν δεν ήξερε ποια ήταν ποια. Έκοψαν ταχύτητα, ελίχθηκαν ανάμεσα στους καλοξυσμένους πασσάλους και ύστερα διέσχισαν σβέλτα το πλήθος, ενώ οι άνθρωποι παραμέριζαν όσο μπορούσαν σε εκείνη την εισβολή. Όταν έφτασαν τη Φάιλε, είχαν κατεβάσει το πέπλο και η Φάιλε είχε σκύψει για να ακούσει.
«Περίπου πεντακόσιοι Τρόλοκ», της είπε η Μπάιν, «το πολύ ένα-δυο μίλια πίσω μας». Η φωνή της ήταν ήρεμη, αλλά τα σκούρα γαλανά μάτια της έλαμπαν με προσμονή. Το ίδιο και τα γκρίζα μάτια της Τσιάντ.
«Όπως το περίμενα», είπε γαλήνια ο Τόμας. «Αυτός μάλλον περιπλανήθηκε μακριά από τον κορμό τους, ελπίζοντας να βρει κάτι να φάει. Οι άλλοι νομίζω ότι θα έρθουν σύντομα». Οι Κόρες ένευσαν.
Ο Πέριν έκανε ανήσυχος νόημα προς τη συνάθροιση. «Τότε δεν θα έπρεπε να βρίσκονται εδώ έξω. Γιατί δεν τους διώξατε;»
Του απάντησε ο Ίχβον, που έφερνε το γκρίζο άλογό του στη σύναξη τους. «Οι άνθρωποί σου δεν θέλουν να ακούνε τους ξένους, όταν τους δίνεται η ευκαιρία να κάτσουν και να παρακολουθούν μια Άες Σεντάι. Θα πρότεινα να δεις τι μπορείς να κάνεις».
Ο Πέριν ήταν βέβαιος ότι θα μπορούσαν να έχουν επιβάλει κάποια τάξη, αν είχαν προσπαθήσει. Η Βέριν και η Αλάνα σίγουρα θα το κατάφερναν. Γιατί λοιπόν δεν το έκαναν και το άφησαν σε μένα, αφού περίμεναν Τρόλοκ; Θα ήταν εύκολο να το αποδώσει στο ότι ήταν τα'βίρεν― εύκολο και ανόητο. Ο Ιχβον και ο Τόμας δεν θα άφηναν τους Τρόλοκ να τους σκοτώσουν —ή τη Βέριν και την Αλάνα — περιμένοντας έναν τα'βίρεν να τους πει τι θα κάνουν. Οι Άες Σεντάι τραβούσαν τα νήματά του και έβαζαν σε κίνδυνο τους πάντες, ίσως και τη δική τους ζωή. Αλλά ποιος μπορεί να ήταν ο στόχος τους; Αντάμωσε το βλέμμα της Φάιλε κι εκείνη ένευσε ελαφρά, σαν να ήξερε τι είχε στο μυαλό του.
Ο Πέριν δεν προλάβαινε να το ξεδιαλύνει τώρα. Έψαξε μέσα στο πλήθος και βρήκε τον Μπραν αλ'Βέρ, που μαζί με τον Ταμ αλ'Θόρ και τον Άμπελ Κώθον είχαν φέρει τα κεφάλια κοντά και μιλούσαν. Ο δήμαρχος είχε ένα μακρύ δόρυ στον ώμο και φορούσε ένα παλιό, γεμάτο βαθουλώματα, ατσάλινο καπέλο στο κεφάλι. Ένα δερμάτινο γιλέκο που φορούσε, με ραμμένους ατσάλινους δίσκους πάνω του, ήταν τεζαρισμένο γύρω από τον όγκο του.
Και οι τρεις άντρες σήκωσαν το κεφάλι όταν ο Πέριν τους πλησίασε, διασχίζοντας το πλήθος με τον Γοργοπόδη. «Η Μπάιν λέει ότι οι Τρόλοκ κατευθύνονται προς εδώ και οι Πρόμαχοι πιστεύουν ότι σύντομα θα δεχτούμε επίθεση». Έπρεπε να φωνάζει, εξαιτίας της αδιάκοπης οχλοβοής. Μερικοί από τους κοντινότερους τον άκουσαν και έμειναν σιωπηλοί· η ησυχία εξαπλώθηκε με κυματάκια, μαζί με τις λέξεις «Τρόλοκ» και «επίθεση».
Ο Μπραν ανοιγόκλεισε τα μάτια. «Ναι. Θα έρχονταν κάποια στιγμή, έτσι δεν είναι; Ε, λοιπόν, ξέρουμε τι να κάνουμε». Κανονικά θα ήταν κωμικός, με το γιλέκο του έτοιμο να σχιστεί στις ραφές και το ατσάλινο καπέλο να ταλαντεύεται καθώς ένευε, όμως αυτός απλώς έδειχνε αποφασισμένος, καθώς ύψωνε τη φωνή του. «Ο Πέριν λέει ότι οι Τρόλοκ θα έρθουν σύντομα. Όλοι ξέρετε τις θέσεις σας. Γρήγορα, λοιπόν. Γρήγορα», ανακοίνωσε.
Το πλήθος σάλεψε και άρχισε να ρέει σαν ποτάμι προς όλες τις κατευθύνσεις, οι γυναίκες μάζεψαν τα παιδιά στα σπίτια, οι άντρες έτρεξαν άλλος εδώ κι άλλος εκεί. Το μπέρδεμα φάνηκε να αυξάνεται, όχι να λιγοστεύει.
«Θα πω να φέρουν τους βοσκούς», είπε ο Άμπελ στον Πέριν και χώθηκε στον κόσμο.
Ο Τσεν Μπούι βγήκε από το πλήθος οδηγώντας με ένα λογχοπέλεκυ τον Χάρι Κόπλιν, που είχε μια ξινισμένη έκφραση, τον Νταρλ, τον αδελφό του Χάρι, και το γερο-Μπίλι Κόνγκαρ, που παραπατούσε σαν να είχε ήδη κατεβάσει αρκετή μπύρα τώρα το πρωί, κάτι που πιθανότατα ήταν και η αλήθεια. Ο Τσεν άγγιξε το μέτωπό του, απευθύνοντας προς τον Πέριν ένα είδος χαιρετισμού. Το έκαναν αρκετοί. Ο Πέριν ένιωθε άβολα. Άλλο ο Ντάνιλ και οι υπόλοιποι νεαροί κι άλλο αυτοί οι άντρες, που ήταν κατά πολύ μεγαλύτεροι του.