«Μια χαρά τα πας», του είπε η Φάιλε.
«Μακάρι να ήξερα τι σκαρώνουν η Βέριν και η Αλάνα», μουρμούρισε αυτός. «Και δεν εννοώ αυτή τη στιγμή». Στην άκρη του χωριού στέκονταν δύο καταπέλτες, απ' αυτούς που είχαν κατασκευάσει οι Πρόμαχοι, τετράγωνα κατασκευάσματα, ψηλότερα από άνθρωπο, με βαριά ξύλα και χοντρά, στριμμένα σκοινιά. Ο Ίχβον και ο Τόμας, καβάλα στα άλογα, επέβλεπαν τα γερά καδρόνια, τα οποία κατέβαζαν οι άλλοι με την τροχαλία. Οι δύο Άες Σεντάι ενδιαφέρονταν περισσότερο για τις μεγάλες πέτρες, πέντε ή δέκα κιλά η καθεμιά, τις οποίες φόρτωναν σε ένα βαθούλωμα στην άκρη κάθε μπράτσου.
«Σε θέλουν ηγέτη τους», αποκρίθηκε χαμηλόφωνα η Φάιλε. «Νομίζω ότι αυτό γεννήθηκες να γίνεις».
Ο Πέριν ξεφύσησε. Είχε γεννηθεί για να γίνει σιδεράς. «Θα αισθανόμουν πολύ πιο άνετα, αν ήξερα για τι το θέλουν». Οι Άες Σεντάι τον κοίταζαν, η Βέριν γέρνοντας το κεφάλι σαν πουλί, η Αλάνα με ένα πιο ευθύ βλέμμα κι ένα μειδίαμα. Άραγε ήθελαν κι οι δυο το ίδιο πράγμα και για τον ίδιο λόγο; Τούτο ήταν ένα από τα προβλήματα με τις Άες Σεντάι. Υπήρχαν πάντα περισσότερες ερωτήσεις από απαντήσεις.
Η τάξη επανήλθε με μια ταχύτητα που ξάφνιαζε. Εδώ, στο δυτικό άκρο του χωριού, εκατό άντρες έπεσαν στο ένα γόνατο ακριβώς πίσω από τους πασσάλους, κρατώντας γεμάτοι ανησυχία δόρατα, λογχοπέλεκεις και πρόχειρες λόγχες, με δρεπάνια ή μεγάλους γάντζους για λεπίδα. Πού και πού, κάποιοι φορούσαν κράνος ή κάποιο ξεκομμένο τμήμα αρματωσιάς. Στην οπισθοφυλακή παρατάσσονταν άλλοι διακόσιοι άντρες σε δύο σειρές, κρατώντας τα καλά, μακριά τόξα των Δύο Ποταμών και έχοντας δυο φαρέτρες στη ζώνη ο καθένας. Αγοράκια έρχονταν τρέχοντας από τα σπίτια και κουβαλώντας κι άλλα βέλη, τα οποία οι άντρες έχωσαν με την αιχμή στο χώμα μπροστά στα πόδια τους. Ο Ταμ έμοιαζε να είναι επικεφαλής· προχωρούσε ανάμεσά τους και τους οργάνωνε, σταματώντας για να πει δυο λόγια με τον κάθε άντρα, όμως δίπλα του ήταν ο Μπραν, προσφέροντας και τη δική του ενθάρρυνση. Απ' ό,τι έβλεπε ο Πέριν, δεν τον χρειάζονταν καθόλου.
Προς μεγάλη του έκπληξη, ο Ντάνιλ, ο Μπαν και τα άλλα παλικαράκια που ήταν μαζί του στη μάχη, ήρθαν γοργά από το χωριό και μαζεύτηκαν γύρω από αυτόν και τη Φάιλε, όλοι με τα τόξα τους. Υπήρχε κάτι παράξενο πάνω τους. Η Άες Σεντάι προφανώς είχε Θεραπεύσει τους πιο βαριά τραυματισμένους και είχε αφήσει τους υπόλοιπους στα καταπλάσματα και τις αλοιφές της Νταίζε. Έτσι, εκείνοι που χθες με δυσκολία κρατιόνταν στη σέλα, τώρα περπατούσαν με ζωηρό βήμα, ενώ ο Ντάνιλ, ο Τελ και κάποιοι άλλοι ακόμα κούτσαιναν ή φορούσαν επιδέσμους. Αν ο Πέριν ξαφνιάστηκε βλέποντάς τους, αηδίασε μ' αυτό που έφεραν. Ο Λέοφ Τόρφιν, με τον επίδεσμο γύρω από το κεφάλι του να σχηματίζει ένα ωχρό καπέλο πάνω από τα βαθουλωμένα μάτια του, είχε το τόξο κρεμασμένο στη ράχη και κρατούσε ένα ψηλό κοντάρι, στην κορυφή του οποίου κυμάτιζε μια μικρότερη εκδοχή του λάβαρου με την κόκκινη μπορντούρα και τη λυκοκεφαλή.
«Νομίζω ότι το έφτιαξε μια από τις Άες Σεντάι», είπε ο Λέοφ, όταν τον ρώτησε ο Πέριν πού το είχε βρει, «Η Μίλι Αγιέλιν το έφερε στον μπαμπά του Γουίλ, αλλά ο Γουίλ δεν ήθελε να το κρατήσει». Ο Γουίλ αλ'Σήν καμπούριαζε λιγάκι τους ώμους του.
«Ούτε κι εγώ δεν θα ήθελα να το κρατώ», είπε ξερά ο Πέριν. Όλοι γέλασαν σαν να είχε πει αστείο, ακόμα και ο Γουίλ ύστερα από μια στιγμή.
Ο φράχτης από πασσάλους έδειχνε γερός, από την άλλη μεριά, όμως, έμοιαζε λεπτεπίλεπτος μπροστά στους Τρόλοκ που έπρεπε να σταματήσει. Μπορεί οι πάσσαλοι να έκαναν τη δουλειά τους, όμως ο Πέριν δεν θα ήθελε να βρίσκεται εκεί η Φάιλε, σε περίπτωση που οι Τρόλοκ τους περνούσαν. Όταν, όμως, την κοίταξε, είχε πάλι το ίδιο βλέμμα στα μάτια της, σαν να ήξερε τι περνούσε από το μυαλό του. Και δεν της άρεσε. Αν δοκίμαζε να τη στείλει πίσω, θα του αντιμιλούσε, θα στύλωνε τα πόδια, θα αρνιόταν να ακούσει τη φωνή της λογικής. Κι έτσι αδύναμος που αισθανόταν τώρα, το πιθανότερο θα ήταν να τον γυρίσει αυτή πίσω στο πανδοχείο. Έτσι που καθόταν στη σέλα της με τέτοια αγριάδα, μάλλον σκόπευε να τον υπερασπιστεί αυτή, αντί για το αντίθετο, αν περνούσαν οι Τρόλοκ. Θα έπρεπε να μην τη χάσει από τα μάτια του· αυτό ήταν όλο.
Ξαφνικά του χαμογέλασε και του έξυσε τη γενειάδα. Μάλλον μπορούσε να διαβάζει το μυαλό του.
Η ώρα περνούσε, ο ήλιος ανηφόριζε αργά, η ζέστη της μέρας δυνάμωνε. Πού και πού, όλο και κάποια γυναίκα από τα σπίτια έβαζε μια φωνή για να μάθει τι γινόταν. Εδώ κι εκεί κάποιοι άντρες κάθονταν κάτω, αλλά ο Ταμ ή ο Μπραν τους πλησίαζαν πριν προλάβουν να βολευτούν και τους ξανασήκωναν, μαλώνοντάς τους. Το πολύ ένα-δύο μίλια, είχε πει η Μπάιν. Αυτή και η Τσιάντ κάθονταν κοντά στους πασσάλους και έπαιζαν κάποιο παιχνίδι, στο οποίο πετούσαν ένα μαχαίρι στους τριάντα πόντους εδάφους που τις χώριζαν. Αν ήταν να έρθουν οι Τρόλοκ, σίγουρα θα είχαν έρθει μέχρι τώρα. Σιγά-σιγά, ανακάλυπτε ότι ήταν δύσκολο να κάθεται στητός. Νιώθοντας το άγρυπνο βλέμμα της Φάιλε, κράτησε την πλάτη ίσια.