Выбрать главу

Ένα κέρας ήχησε, στριγκό και κακόφωνο.

«Τρόλοκ!» φώναξαν καμιά δεκαριά άντρες και οι κτηνώδεις μορφές με τις μαύρες πανοπλίες ξεχύθηκαν από το Δυτικό Δάσους, ουρλιάζοντας καθώς έτρεχαν στο ανώμαλο έδαφος, κραδαίνοντας δόρατα, τρίαινες, σπαθιά κυρτά σαν δρεπάνια και τσεκούρια με καρφιά. Τρεις Μυρντράαλ έρχονταν καβάλα πίσω τους, χιμώντας δεξιά κι αριστερά, σαν να ωθούσαν μπροστά την επέλαση των Τρόλοκ. Οι μανδύες τους με το πένθιμο μαύρο χρώμα κρεμόταν ακίνητοι, όσο κι αν κάλπαζαν ή έστριβαν τα άτια τους. Το κέρας ηχούσε συνεχώς, αφήνοντας οξείς, πιεστικούς ήχους.

Είκοσι βέλη πετάχτηκαν μόλις εμφανίστηκαν οι πρώτοι Τρόλοκ και η πιο δυνατή βολή προσγειώθηκε σχεδόν εκατό βήματα πριν από τους Τρόλοκ.

«Κρατηθείτε, άμυαλα βόδια!» φώναξε ο Ταμ. Ο Μπραν τινάχτηκε και τον κοίταξε ξαφνιασμένος, μην μπορώντας, όπως και οι φίλοι και οι γείτονες του Ταμ, να πιστέψει στ' αφτιά του· κάποιοι μουρμούρισαν ότι δεν θα ανέχονταν τέτοιες κουβέντες, είτε υπήρχαν Τρόλοκ, είτε όχι. Ο Ταμ, όμως, αγνόησε τις διαμαρτυρίες τους. «Θα κρατηθείτε μέχρι να σας δώσω σήμα, όπως σας έδειξα!» Και μετά, λες και δεν έτρεχαν καταπάνω του εκατοντάδες Τρόλοκ που αλυχτούσαν, ο Ταμ στράφηκε ήρεμα προς τον Πέριν. «Στα τριακόσια βήματα;»

Ο Πέριν ένευσε γρήγορα. Αυτόν ρωτούσε ο άνθρωπος; Τριακόσια βήματα. Πόσο γρήγορα θα κάλυπτε τριακόσια βήματα ένας Τρόλοκ; Χαλάρωσε το τσεκούρι στη θηλιά του. Το κέρας θρηνούσε δίχως ανάπαυλα. Οι άντρες με τις λόγχες καμπούριαζαν πίσω από τους πασσάλους, σαν να πίεζαν τον εαυτό τους να μην κάνει πίσω. Οι Αελίτες είχαν καλύψει τα πρόσωπά τους με τα πέπλα.

Η παλίρροια που ούρλιαζε συνέχισε να τους πλησιάζει, με κερασφόρα κεφάλια, μουσούδες και ράμφη, κάθε Τρόλοκ μιάμιση φορά ψηλότερος από άνθρωπο, αλυχτώντας για αίμα. Πεντακόσια βήματα. Τετρακόσια. Κάποιοι προπορεύονταν. Έτρεχαν γρήγορα, σαν άλογα. Καλά το είχαν πει οι Αελίτες; Μόνο πεντακόσιοι ήταν; Έμοιαζαν χιλιάδες.

«Έτοιμοι!» είπε δυνατά ο Ταμ και διακόσια τόξα υψώθηκαν στον αέρα. Οι νεαροί που ήταν μαζί με τον Πέριν παρατάχθηκαν γοργά μπροστά του, μιμούμενοι τους μεγαλύτερους τους, θέλοντας να ευθυγραμμιστούν με εκείνο το χαζό λάβαρο.

Τριακόσια βήματα. Τα παραμορφωμένα εκείνα πρόσωπα, που ήταν στρεβλωμένα από οργή και λύσσα, ο Πέριν τα διέκρινε καθαρά, σαν να ήταν ακριβώς μπροστά του.

«Τοξεύσατε!» φώναξε ο Ταμ. Οι χορδές τινάχτηκαν μ' έναν ήχο σαν πελώρια καμτσικιά. Με ένα διπλό πάταγο, από το δοκάρι που χτυπούσε πάνω σε ένα άλλο, δερματόντυτο δοκάρι, οι καταπέλτες εξαπέλυσαν τα φορτία τους.

Μια βροχή από πλατιά βέλη έπεσε στους Τρόλοκ. Τερατώδεις μορφές σωριάστηκαν κάτω, αλλά μερικές σηκώθηκαν και συνέχισαν παραπατώντας, καθώς τις έσπρωχναν οι Ξέθωροι. Το κέρας ήχησε πάνω από τα λορυγγώδη μουγκρητά τους, σημαίνοντας επίθεση. Οι πέτρες των καταπελτών έπεσαν ανάμεσά τους ― και ανατινάχτηκαν, πετώντας φωτιά και θραύσματα, ανοίγοντας τρύπες στη μάζα των Τρόλοκ. Ο Πέριν δεν ήταν ο μόνος που αναπήδησε· να τι έκαναν λοιπόν οι Άες Σεντάι με τους καταπέλτες. Αναρωτήθηκε με ανησυχία τι θα συνέβαινε αν τους είχε πέσει μια πέτρα καθώς τη φόρτωναν.

Εκτοξεύτηκε άλλη μια βροχή από βέλη, κι ύστερα άλλη μια, ξανά και ξανά, κι άλλες πέτρες από τους καταπέλτες, αν και με βραδύτερο ρυθμό. Εκρήξεις όλο φλόγες ρήμαζαν τους Τρόλοκ. Πλατιά βέλη έπεφταν σαν χαλάζι πάνω τους. Κι αυτοί συνέχιζαν να έρχονται, ουρλιάζοντας, αλυχτώντας, πέφτοντας και πεθαίνοντας, αλλά συνεχώς τρέχοντας προς τα μπρος. Τώρα ήταν τόσο κοντά, που οι τοξότες απλώθηκαν και δεν έριχναν πια ομαδικά, αλλά διάλεγαν το στόχο τους. Οι άντρες ούρλιαζαν από τη δική τους λύσσα, ούρλιαζαν στο θάνατο καθώς τόξευαν.

Και ύστερα δεν υπήρχαν πια Τρόλοκ όρθιοι. Μόνο ένας Ξέθωρος, σαν σκαντζόχοιρος από τα βέλη, που όμως ακόμα παραπατούσε στα τυφλά. Οι στριγκές τσιρίδες του αλόγου ενός Μυρντράαλ συναγωνίζονταν σε ένταση τα βογκητά και τα μουγκρίσματα των ετοιμοθάνατων Τρόλοκ. Το κέρας επιτέλους είχε σιγήσει. Εδώ κι εκεί στο γεμάτο κούτσουρα πεδίο της μάχης κάποιοι Τρόλοκ πάσχιζαν να ανασηκωθούν και ξανάπεφταν. Μέσα σ' όλα αυτά, ο Πέριν άκουγε ανθρώπους να λαχανιάζουν, λες και είχαν τρέξει δέκα μίλια. Η καρδιά του βροντοχτυπούσε, σαν να ήθελε να βγει από το στήθος του.

Ξαφνικά κάποιος φώναξε ένα δυνατό «ζήτω» και τότε όλοι άρχισαν να επευφημούν και να φωνάζουν με ευφορία, ανεμίζοντας πάνω από το κεφάλι τόξα ή ό,τι άλλο είχαν, πετώντας καπέλα στον αέρα. Οι γυναίκες ξεχύθηκαν από τα σπίτια όλο γέλια και ζητωκραυγές, μαζί και τα παιδιά, γιορτάζοντας και χορεύοντας με τους άντρες. Κάποιοι ήρθαν τρέχοντας να αρπάξουν και να σφίξουν το χέρι του Πέριν.