Выбрать главу

«Μας οδήγησες σε μια λαμπρή νίκη, αγόρι μου». Ο Μπραν τον κοίταξε και γέλασε. Το ατσάλινο καπέλο που φορούσε έγερνε πίσω στο κεφάλι του. «Μάλλον δεν θα πρέπει να σε λέω έτσι τώρα. Λαμπρή νίκη, Πέριν».

«Δεν έκανα τίποτα», διαμαρτυρήθηκε αυτός. «Απλώς καθόμουν στο άλογο. Εσείς το καταφέρατε». Ο Μπραν δεν ήθελε ν' ακούσει, όπως και οι άλλοι. Ο Πέριν, αμήχανος, ανακάθισε και προσποιήθηκε ότι μελετούσε το πεδίο της μάχης· έπειτα από λίγο τον άφησαν ήσυχο.

Ο Ταμ δεν είχε συμμετάσχει στους εορτασμούς· στεκόταν πίσω από τους πασσάλους και κοίταζε εξεταστικά τους Τρόλοκ. Ούτε οι Πρόμαχοι γελούσαν. Το πεδίο της μάχης ανάμεσα στα κομμένα δέντρα ήταν γεμάτο πλάσματα με μαύρες πανοπλίες. Μπορεί να ήταν πεντακόσιοι. Ίσως λιγότεροι. Κάποιοι, λίγοι, ίσως να είχαν χωθεί ξανά στο δάσος. Κανείς δεν βρισκόταν σε απόσταση μικρότερη των πενήντα βημάτων από το μυτερό φράχτη. Ο Πέριν είδε και τους άλλους δύο Ξέθωρους να σπαρταρούν στο χώμα. Και οι τρεις ήταν εκεί, λοιπόν. Κάποια στιγμή θα παραδέχονταν ότι είχαν σκοτωθεί.

Οι άνθρωποι των Δύο Ποταμών ξέσπασαν σε βροντερές επευφημίες, για τον Πέριν. «Ο Πέριν ο Χρυσομάτης! Ζήτω! Ζήτω! Ζήτω!»

«Σίγουρα το ήξεραν», μουρμούρισε. Η Φάιλε τον κοίταξε ερωτηματικά. «Οι Ημιάνθρωποι σίγουρα ήξεραν ότι δεν θα τα κατάφερναν έτσι. Κοίτα εκεί πέρα. Ακόμα κι εγώ τώρα το βλέπω· πρέπει να το ήξεραν από την αρχή. Αν αυτές ήταν όλες οι δυνάμεις τους, τότε γιατί να προσπαθήσουν; Κι αν υπάρχουν κι άλλοι Τρόλοκ εκεί έξω, γιατί δεν ήρθαν όλοι; Αν ήταν διπλάσιοι απ' αυτούς, θα αναγκαζόμασταν να τους πολεμήσουμε στους πασσάλους. Δυο φορές περισσότεροι, και ίσως να έσπαζαν τις γραμμές μας και να έμπαιναν στο χωριό».

«Έχεις καλό μάτι», είπε ο Τόμας σταματώντας με το άλογο δίπλα του. «Αυτό ήταν μια δοκιμή. Για να δουν αν θα υποχωρήσετε μόνο και μόνο στη θέα της επέλασής τους, ίσως για να δουν πόσο γρήγορα αντιδράτε, πώς είναι οργανωμένη η άμυνά σας, ή ίσως κάτι άλλο που δεν το σκέφτηκα, αλλά πάντως ήταν δοκιμή. Τώρα είδαν». Έδειξε τον ουρανό, όπου ένα μοναχικό κοράκι πετούσε πάνω από το πεδίο της μάχης. Ένα φυσιολογικό κοράκι θα κατέβαινε για ένα συμπόσιο στους νεκρούς. Το πουλί έκανε έναν τελευταίο κύκλο και έφυγε προς το δάσος. «Η επόμενη επίθεση δεν θα έρθει αμέσως. Είδα δυο-τρεις Τρόλοκ να φτάνουν στο δάσος, άρα η είδηση θα μαθευτεί. Οι Ημιάνθρωποι θα τους θυμίσουν ότι περισσότερο από το θάνατο πρέπει να φοβούνται τους Μυρντράαλ. Αυτή η επίθεση θα έρθει, όμως, και σίγουρα θα υπάρχουν περισσότερες δυνάμεις τους. Το νούμερο εξαρτάται από το πόσους έφεραν οι Απρόσωποι από τις Οδούς».

Ο Πέριν έκανε μια γκριμάτσα. «Φως μου. Αν είναι δέκα χιλιάδες;»

«Δεν είναι πιθανό», είπε η Βέριν, πλησιάζοντας και χαϊδεύοντας το άλογο του Τόμας στο λαιμό. Το πολεμικό άτι τής επέτρεψε να το αγγίξει, ταπεινά σαν πόνυ. «Τουλάχιστον όχι ακόμα. Νομίζω ότι ακόμα κι ένας Αποδιωγμένος δεν θα μπορούσε να μετακινήσει με ασφάλεια μια μεγάλη ομάδα από τις Οδούς. Ένας μόνος του ριψοκινδυνεύει να πεθάνει ή να τρελαθεί ανάμεσα στις κοντινότερες Πύλες, ενώ... ας πούμε... χίλιοι άντρες, ή χίλιοι Τρόλοκ, πιθανότατα θα τραβούσαν το Μάτσιν Σιν μέσα σε λίγα λεπτά, σαν τερατώδης σφίγγα σε χαβάθα με μέλι. Είναι πιο πιθανό να ταξιδεύουν ανά δέκα ή είκοσι, πενήντα το πολύ, και οι ομάδες τους κρατούν απόσταση μεταξύ τους. Φυσικά, παραμένει το ερώτημα πόσες ομάδες φέρνουν και πόσος είναι ο ενδιάμεσος χρόνος που αφήνουν. Και ούτως ή άλλως θα έχαναν κάποιες. Ίσως οι Σκιογέννητοι να προσελκύουν λιγότερο το Μάτσιν Σιν απ’ όσο οι άνθρωποι, αλλά... Χμμμ. Συναρπαστική σκέψη. Αναρωτιέμαι...» Χτύπησε απαλά το πόδι του Τόμας, όπως είχε κάνει και με το άλογο, και γύρισε να φύγει, ήδη βυθισμένη στους συλλογισμούς της. Ο Πρόμαχος την ακολούθησε με το άλογό του.

«Αν κάνεις έστω κι ένα βήμα κατά το Δυτικό Δάσος», είπε γαλήνια η Φάιλε, «θα σε πιάσω από το αφτί, θα σε σύρω στο πανδοχείο και θα σε χώσω εγώ η ίδια στο κρεβάτι».

«Ούτε που το σκέφτηκα», είπε ψέματα ο Πέριν, στρίβοντας τον Γοργοπόδη έτσι που η πλάτη του γύρισε στο δάσος. Ένας άνθρωπος κι ένας Ογκιρανός ίσως να περνούσαν απαρατήρητοι, ίσως να έφταναν σώοι ως τα βουνά. Ίσως. Η Πύλη έπρεπε να κλειδωθεί οριστικά για να έχει κάποια ελπίδα το Πεδίο του Έμοντ. «Δεν θυμάσαι που με μετέπεισες;» Ένας άλλος άνθρωπος μόνος του ίσως να μπορούσε να τους βρει, αφού ήξερε ότι βρίσκονταν εκεί. Τρία ζευγάρια μάτια έβλεπαν καλύτερα από δύο, ειδικά αν ήταν τα δικά του, κι εν πάση περιπτώσει εδώ καθόταν άπραγος. Αν παραγέμιζαν με άχυρο τα ρούχα του και τα έστηναν στον Γοργοπόδη, ίδια δουλειά θα έκανε.