Выбрать главу

Ξαφνικά, μέσα στις φωνές και τον κόσμο που πηγαινοερχόταν γύρω του κουβαλώντας πράγματα, άκουσε πιο έντονες κραυγές, μια αναταραχή από το νότο, κοντά στον Παλιό Δρόμο.

«Είπε ότι θα αργούσαν να ξανάρθουν!» μούγκρισε και σπιρούνισε τον Γοργοπόδη.

45

Το Σπαθί Του Μάστορα

Ο Πέριν διέσχισε το χωριό καλπάζοντας με τον Γοργοπόδη, ενώ η Φάιλε ήταν από κοντά του. Βρήκε τους άντρες της νότιας πλευράς μαζεμένους, να κοιτάνε πέρα από τα καθαρισμένα χωράφια μουρμουρίζοντας, μερικοί με τα τόξα σχεδόν έτοιμα. Δύο άμαξες έφραζαν το κενό που άφηνε ο Παλιός Δρόμος στους μυτερούς πασσάλους. Το κοντινότερο πέτρινο τοιχίο, ενός χωραφιού ταμπάκ, στεκόταν ακόμα στη θέση του, πεντακόσια βήματα πιο πέρα, χωρίς να υπάρχει στο ενδιάμεσο τίποτα ψηλότερο από τη θερισμένη βρώμη· στο έδαφος λίγο πριν από κει φύτρωναν βέλη σαν αγριόχορτα. Στο βάθος υψώνονταν καπνοί, πάνω από δέκα μαύρες στήλες, μερικές τόσο πλατιές που θα μπορούσαν να είναι χωράφια που καίγονταν.

Ο Τσεν Μπούι ήταν εκεί, όπως κι ο Χάρι με τον Νταρλ Κόπλιν. Ο Μπίλι Κόνγκαρ είχε το ένα χέρι του γύρω από τον ώμο του ξάδελφού του, του Γουίτ, του κοκαλιάρη συζύγου της Νταίζε, ο οποίος, κρίνοντας από την έκφραση του, ευχόταν να μην ανάσαινε ο Μπίλι στα μούτρα του. Κανείς δεν μύριζε φόβο, μόνο έξαψη. Και ο Μπίλι μπύρα. Τουλάχιστον δέκα άντρες ταυτοχρόνως προσπάθησαν να του πουν τι είχε συμβεί· μερικοί πιο μεγαλόφωνα από άλλους.

«Οι Τρόλοκ μας δοκίμασαν κι εδώ», φώναξε ο Χάρι Κόπλιν, «αλλά τους δώσαμε και κατάλαβαν, έτσι δεν είναι;» Μουρμουρητά συμφωνίας ακούστηκαν, όμως άλλοι τόσοι ήταν κι εκείνοι που κοιτάχτηκαν με αμφιβολία και σάλεψαν τα πόδια τους.

«Έχουμε κι εδώ μερικούς ήρωες», είπε ο Νταρλ με δυνατή, τραχιά φωνή. «Δεν είστε μόνο εσείς εκεί στο δάσος». Ήταν πιο μεγαλόσωμος από τον αδελφό του, αλλά είχε το ίδιο στενό πρόσωπο, σαν νυφίτσα, όπως κι όλοι οι Κόπλιν, καθώς και το ίδιο σφιχτό στόμα, σαν μόλις να είχε δαγκώσει άγουρη τραπεζωνιά. Κάποια στιγμή, που του φάνηκε ότι ο Πέριν δεν τον κοίταζε, του έριξε μια κακεντρεχή ματιά. Τα λόγια του δεν σήμαιναν ότι ήθελε να βρισκόταν στο Δυτικό Δάσος· ο Νταρλ, ο Χάρι και οι πιο πολλοί συγγενείς τους συνήθως έβλεπαν τον εαυτό τους αδικημένο, όποια κι αν ήταν κατάσταση.

«Να πιούμε να το γιορτάσουμε!» δήλωσε ο γερο-Μπίλι και μούτρωσε βλέποντας ότι κανένας δεν τον υποστήριζε.

Ένα κεφάλι υψώθηκε πίσω από το μακρινό τοιχίο και έσκυψε ξανά βιαστικά, όμως ο Πέριν πρόφτασε να δει ένα λαμπερό κίτρινο σακάκι. «Δεν είναι Τρόλοκ», μούγκρισε αηδιασμένος. «Είναι Μάστορες! Σημαδεύατε τους Τουάθα'αν. Πάρτε από τη μέση αυτές τις άμαξες». Στάθηκε στους αναβολείς και έκανε τα χέρια χωνί μπροστά στο στόμα του. «Ελάτε!» φώναξε. «Όλα είναι εντάξει! Κανένας δεν θα σας πειράξει! Είπα να πάρετε τις άμαξες», είπε επιτιμητικά στους άντρες που στέκονταν γύρω του και τον κοίταζαν. Είχαν περάσει τους Μάστορες για Τρόλοκ! «Και πάτε να μαζέψετε τα βέλη σας· κάποια στιγμή θα τα χρειαστείτε στ' αλήθεια». Κάποιοι τον υπάκουσαν αργά. «Κανείς δεν θα σας πειράξει! Όλα είναι εντάξει! Ελάτε!» ξαναφώναξε αυτός. Οι άμαξες κύλησαν δεξιά κι αριστερά τρίζοντας, καθώς οι τροχοί ήθελαν λάδωμα.

Μερικοί Τουάθα'αν με φανταχτερά ρούχα πέρασαν το τοιχίο και ύστερα ακολούθησαν μερικοί ακόμα, και ξεκίνησαν προς το χωριό με βιαστικά, διστακτικά και πονεμένα βήματα, σαν να φοβούνταν αυτό που τους περίμενε μπροστά, όσο και αυτό που βρισκόταν πίσω τους. Μαζεύτηκαν κοντά όταν είδαν ανθρώπους να έρχονται τρέχοντας από το χωριό, έτοιμοι να γυρίσουν πίσω, ακόμα κι όταν οι Δυποταμίτες τους προσπέρασαν γοργά, κοιτάζοντάς τους με περιέργεια, πριν αρχίσουν να βγάζουν τα βέλη από το χώμα. Αλλά μετά συνέχισαν με ασταθή βήματα.

Ο Πέριν ένιωσε τα σωθικά του να παγώνουν. Ήταν περίπου είκοσι άντρες και γυναίκες, που μερικές κουβαλούσαν μικρά παιδιά, ενώ ήταν κι άλλα, μεγαλύτερα, που έτρεχαν μαζί τους· τα φωτεινά ρούχα ήταν σχισμένα και κατασκονιομένα, ενώ μερικά ήταν λεκιασμένα με αίμα, όπως διαπίστωσε καθώς πλησίαζαν. Αυτοί ήταν όλοι ― από πόσα άτομα που ήταν συνολικά στο καραβάνι; Τουλάχιστον ήταν εκεί ο Ράεν, που έσερνε τα πόδια του, σαν να ήταν μισοζαλισμένος, καθώς τον οδηγούσε η Ίλα, που η μια πλευρά του προσώπου της ήταν μια σκούρα, πρησμένη μελανάδα. Τουλάχιστον είχαν επιζήσει.

Λίγο πριν από το άνοιγμα, οι Τουάθα'αν σταμάτησαν, κοιτώντας αβέβαια τους μυτερούς πασσάλους και το πλήθος των οπλισμένων ανθρώπων. Κάποια παιδιά σφιχταγκάλιασαν τους μεγάλους και έκρυψαν τα πρόσωπά τους. Μύριζαν φόβο, τρόμο. Η Φάιλε πήδηξε κάτω και έτρεξε να τους βρει, αλλά παρ' όλο που η Ίλα την αγκάλιασε, δεν έκανε βήμα για να πλησιάσει περισσότερο. Η μεγάλη γυναίκα έμοιαζε να βρίσκει παρηγοριά από τη μικρή.