«Δεν θα σας πειράξουμε», είπε ο Πέριν. Έπρεπε να τους αναγκάσω να έρθουν. Που να με κάψει το Φως, έπρεπε να τους αναγκάσω! «Σας καλωσορίζουμε στις φωτιές μας».
«Μάστορες». Ο Χάρι στράβωσε το στόμα περιφρονητικά. «Τι να τους κάνουμε ένα τσούρμο κλεφταράδες Μάστορες; Σε γδύνουν και σ' αφήνουν μόνο με τα ασπρόρουχα».
Ο Νταρλ άνοιξε το στόμα, σίγουρα για να υποστηρίξει τον αδελφό του, όμως πριν μιλήσει, κάποιος από το πλήθος του απάντησε δυνατά. «Το ίδιο κι εσύ, Χάρι! Κι εσύ, μάλιστα, τα παίρνεις κι αυτά!» Τα αραιά γέλια έκαναν τον Νταρλ να κλείσει απότομα το στόμα. Δεν ήταν πολλοί αυτοί που γέλασαν· ακόμα κι αυτοί, όμως, κοίταζαν τους εξαθλιωμένους Τουάθα'αν και χαμήλωναν το βλέμμα με αμηχανία.
«Ο Χάρι έχει δίκιο!» φώναξε η Νταίζε Κόνγκαρ, περνώντας με βία, σπρώχνοντας τους άντρες για να ανοίξει δρόμο. «Οι Μάστορες κλέβουν κι όχι μόνο πράγματα! Κλέβουν παιδιά!» Έφτασε στον Τσεν Μπούι και κούνησε κάτω από τη μύτη του ένα χοντρό δάχτυλο. Εκείνος οπισθοχώρησε όσο μπορούσε μέσα στο στριμωξίδι· τον ξεπερνούσε κατά ένα κεφάλι και ήταν μιάμιση φορά βαρύτερή του. «Είσαι στο Συμβούλιο του Χωριού, αλλά αν δεν θέλεις ν' ακούσεις τη Σοφία, θα βάλω να μιλήσει ο Κύκλος των Γυναικών και θα το αναλάβουμε εμείς». Κάποιοι άντρες ένευσαν μουρμουρίζοντας.
Ο Τσεν έξυσε τα αραιά μαλλιά του, λοξοκοιτάζοντας τη Σοφία. «Ααα... ναι... κοίτα, Πέριν», είπε αργά με τη βραχνή, τσιριχτή φωνή του, «ακούγονται πολλά για τους Μάστορες, ξέρεις, κα —» Σταμάτησε, καθώς ο Πέριν έστριβε τον Γοργοπόδη για να αντικρίσει τους Δυποταμίτες.
Πολλοί σκόρπισαν μπροστά στο καφετί και γκρίζο άτι, όμως ο Πέριν δεν έδωσε σημασία. «Δεν διώχνουμε κανέναν», είπε με ένταση στη φωνή. «Κανέναν! Ή μήπως θέλετε να στείλετε παιδιά στους Τρόλοκ;» Ένα από τα παιδιά των Τουάθα'αν ξέσπασε σε γοερά κλάματα κι ο Πέριν ευχήθηκε να μην το είχε πει αυτό, όμως ο Τσεν κοκκίνισε σαν παντζάρι, ακόμα και η Νταίζε φάνηκε να μαζεύεται κάπως.
«Φυσικά και θα τους δεχτούμε», είπε μουτρωμένος ο καλαμοτεχνίτης. Γύρισε προς την Νταίζε, κορδωμένος σαν κόκορας που πήγαινε να τα βάλει με μαστίφ. «Και αν θέλεις να ανακατέψεις τον Κύκλο των Γυναικών, το Συμβούλιο του Χωριού θα σας δώσει να καταλάβετε! Έλα και θα δεις!»
«Δεν έχεις κουκούτσι μυαλό, Τσεν Μπούι», ξεφύσησε η Νταίζε. «Λες να σας αφήσουμε να στείλετε παιδιά εκεί έξω, στους Τρόλοκ;» Ο Τσεν ανοιγόκλεισε το στόμα οργισμένος, όμως πριν προλάβει να πει λέξη, η Νταίζε έφερε το χέρι στο στενό του στέρνο και τον έσπρωξε στην άκρη. Φόρεσε ένα χαμόγελο στο πρόσωπό της, πλησίασε τους Τουάθα'αν και αγκάλιασε παρηγορητικά με το ένα χέρι την Ίλα. «Έλα μαζί μου, να σας βάλω να κάνετε ζεστό μπάνιο και να ξεκουραστείτε κάπου. Όλα τα σπίτια είναι γεμάτα, αλλά θα βρούμε μέρος για όλους. Ελάτε».
Η Μάριν αλ'Βέρ ήρθε τρέχοντας από το πλήθος, όπως και η Άλσμπετ Λούχαν, η Νάτι Κώθον, η Νέυσα Αγιέλιν και άλλες γυναίκες· μάζεψαν τα παιδιά και αγκάλιασαν τις γυναίκες των Τουάθα'αν, προτρέποντας τες να έρθουν και μαλώνοντας τους άντρες των Δυο Ποταμών για να ανοίξουν δρόμο. Όχι ότι τώρα διαμαρτυρόταν κανένας· απλώς δεν μπορούσαν να ανοίξουν αμέσως ένα πέρασμα σε τέτοιο στριμωξίδι.
Η Φάιλε κοίταξε θαυμάζοντας τον Πέριν, αυτός όμως κούνησε το κεφάλι. Δεν ήταν θέμα τα'βίρεν· μπορεί καμιά φορά να χρειαζόταν να δείξεις το σωστό δρόμο στους Δυποταμίτες, αλλά δεν ήθελαν πολύ για να τον ακολουθήσουν. Ακόμα και ο Χάρι Κόπλιν, καθώς έβλεπε να φέρνουν τους Μάστορες, δεν είχε την ίδια ξινισμένη έκφραση με πριν. Δεν ήταν τόσο ξινισμένη, για την ακρίβεια. Ε, θαύματα δεν γίνονταν.
Καθώς ο Ράεν περνούσε με κόπο δίπλα από τον Πέριν, τον κοίταξε ζαλισμένα. «Η Οδός του Φύλλου είναι η σωστή οδός. Όλα πεθαίνουν την προορισμένη ώρα τους και... Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα». Η φωνή του έσβησε, σαν να μη θυμόταν τι ήθελε να πει.
«Ήρθαν χθες το βράδυ», είπε η Ίλα, χωρίς να αρθρώνει καλά τα λόγια εξαιτίας του πρησμένου προσώπου της. Τα μάτια της είχαν μια γυαλάδα σαν του συζύγου της. «Τα σκυλιά ίσως να μας είχαν βοηθήσει να το σκάσουμε, αλλά τα Τέκνα έχουν σκοτώσει όλα τα σκυλιά και... Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα». Πίσω της, ο Άραμ ριγούσε μέσα στο κίτρινο ριγέ σακάκι του, κοιτώντας τους ένοπλους άντρες. Τώρα κι άλλα παιδιά των Μαστόρων είχαν βάλει τα κλάματα.
Ο Πέριν κοίταξε συνοφρυωμένος τους καπνούς που υψώνονταν προς το νότο. Έστριψε στη σέλα και είδε κι άλλους στο βορρά και ανατολικά. Ακόμα κι αν οι περισσότεροι προέρχονταν από σπίτια που είχαν ήδη εγκαταλειφθεί, φαινόταν ότι οι Τρόλοκ ήταν πολυάσχολοι όλη τη νύχτα. Πόσοι θα χρειάζονταν για να βάλουν τόσες φωτιές, ακόμα κι αν το μόνο που έκαναν ήταν να τρέχουν από τη μια φάρμα στην άλλη και μόνο να πετούν έναν πυρσό σε ένα άδειο σπίτι ή σε ένα αφύλαχτο χωράφι; Μπορεί ίσοι στον αριθμό με αυτούς που είχαν σκοτώσει οι Δυποταμίτες σήμερα. Τι σήμαινε αυτό για τις δυνάμεις των Τρόλοκ που ήταν ήδη στους Δύο Ποταμούς; Δεν φαινόταν δυνατό να τα είχε κάνει αυτά μια ομάδα, να κάψει όλα αυτά τα σπίτια και να καταστρέψει και το καραβάνι των Ταξιδιωτών.