Κοιτώντας τους Τουάθα'αν, που τους έπαιρναν οι άλλοι, ένιωσε να τον σουβλίζει η ντροπή. Εκείνοι είχαν χάσει συγγενείς και φίλους χθες το βράδυ, ενώ τώρα αυτός συλλογιζόταν ψυχρά αριθμούς. Άκουγε μερικούς ανθρώπους να μουρμουρίζουν, προσπαθώντας να βρουν ποιος καπνός έβγαινε από ποιου το αγρόκτημα. Για όλους αυτούς οι φωτιές σήμαιναν πραγματικές απώλειες, ζωές που έπρεπε να ξαναφτιαχτούν, αν ήταν δυνατόν, όχι αριθμούς. Ήταν άχρηστος εδώ. Τώρα, που η Φάιλε ήταν απασχολημένη με τους Μάστορες, ήταν η ώρα να φύγει για να βρει τον Λόιαλ και τον Γκαούλ.
Ο αφέντης Λούχαν, με γιλέκο σιδερά και μακριά, δερμάτινη ποδιά, έπιασε το χαλινάρι του Γοργοπόδη. «Πέριν, πρέπει να με βοηθήσεις. Οι Πρόμαχοι θέλουν να φτιάξω εξαρτήματα και για άλλους καταπέλτες. Αλλά παράλληλα, είκοσι άνθρωποι βρήκαν κομμάτια από πανοπλίες που είχαν κρατήσει οι παππούδες των παππούδων τους, όταν ήταν σωματοφύλακες κάποιου εμπόρου, και τώρα μου τρώνε τα αφτιά να τα επισκευάσω».
«Θα ήθελα να σου δώσω ένα χέρι», είπε ο Πέριν, «αλλά έχω να κάνω κάτι άλλο. Εξάλλου, θα ήμουν λιγάκι σκουριασμένος. Δεν δούλεψα πολύ σε σιδηρουργείο πέρυσι».
«Φως μου, δεν εννοούσα αυτό. Δεν λέω να πιάσεις το σφυρί». Ο σιδεράς φαινόταν κατάπληκτος. «Κάθε φορά τα λέω σ' αυτούς τους κοκορόμυαλους, τους ξαποστέλνω και δέκα λεπτά μετά ξαναγυρνάνε, για να μου πουν τα ίδια πράγματα με άλλα λόγια. Δεν μπορώ να δουλέψω. Εσένα θα σε ακούσουν».
Ο Πέριν αμφέβαλλε, εφόσον δεν είχαν ακούσει τον αφέντη Λούχαν. Πέρα από το να ανήκει στο Συμβούλιο του Χωριού, ο Χάραλ Λούχαν ήταν τόσο σωματώδης, που μπορούσε να πιάσει σχεδόν τον καθένα στους Δύο Ποταμούς και να τον πετάξει παραπέρα. Εντούτοις, πήγε στο αυτοσχέδιο καμίνι που είχε κάνει ο αφέντης Λούχαν, κάτω από μια βιαστικά φτιαγμένη παράγκα, ανοιχτή στο πλάι, στο Δημόσιο Λιβάδι. Έξι άντρες ήταν συγκεντρωμένοι γύρω από τα αμόνια που είχαν καταφέρει να περισώσουν από το σιδηρουργείο του, το οποίο είχαν κάψει οι Λευκομανδίτες, και ένας άλλος δούλευε την πλατιά, δερμάτινη φυσούνα, ώσπου ο σιδεράς τον έδιωξε με μια φωνή. Όταν ο Πέριν τους είπε να φύγουν, αυτοί έφυγαν, προς μεγάλη του έκπληξη, χωρίς κανένα κήρυγμα που να τους παρασύρει στο σχέδιο ενός τα'βίρεν, απλώς με μια απλή δήλωση ότι ο αφέντης Λούχαν είχε δουλειά. Σίγουρα ο σιδεράς μπορούσε να κάνει το ίδιο και μόνος του, όμως έσφιξε το χέρι του Πέριν και τον ευχαρίστησε διαχυτικά, πριν πιάσει ξανά δουλειά.
Ο Πέριν έσκυψε από τη σέλα και έπιασε έναν από τον ώμο, ένα φαλακρό αγρότη ονόματι Γκετ Έλντιν, και του ζήτησε να μείνει και να διώχνει όποιον άλλο ερχόταν να ενοχλήσει τον αφέντη Λούχαν. Ο Γκετ πρέπει να είχε τα τριπλά του χρόνια, αλλά ο άντρας με το τραχύ, ρυτιδιασμένο πρόσωπο ένευσε και πήρε θέση κοντά στον Χάραλ, του οποίου το σφυρί κουδούνιζε πάνω στο καυτό σίδερο. Τώρα μπορούσε να φύγει, πριν ξεπροβάλει η Φάιλε.
Πριν προλάβει καν να γυρίσει τον Γοργοπόδη, εμφανίστηκε ο Μπραν, με το δόρυ στον ώμο και το ατσάλινο κράνος κάτω από το στιβαρό του μπράτσο. «Πέριν, πρέπει να βρεθεί ένας γρηγορότερος τρόπος για να φέρουμε τους βοσκούς πίσω, αν δεχτούμε πάλι επίθεση. Ίσως αν στέλνουμε τους πιο γρήγορους δρομείς στο χωριό. Ο Άμπελ δεν μπόρεσε να φέρει ούτε τους μισούς, πριν βγουν από το δάσος οι Τρόλοκ».
Αυτό λύθηκε εύκολα, ο Πέριν απλώς θυμήθηκε μια παλιά σάλπιγγα, μαυρισμένη από τον καιρό, την οποία είχε κρεμασμένη ο Τσεν Μπούι στον τοίχο του και κανόνισαν ένα σινιάλο με τρία μακριά σαλπίσματα, που μπορούσε να τα ακούσει και ο πιο απομακρυσμένος βοσκός. Μετά πέρασαν σε σινιάλα για άλλα πράγματα, φυσικά, όπως το πώς να στείλουν τους πάντες στα πόστα τους, αν αναμενόταν επίθεση. Κι αυτό οδήγησε στο πώς θα ήξεραν πότε περίμεναν επίθεση. Η Μπάιν, η Τσιάντ και οι Πρόμαχοι αποδείχτηκαν κάτι παραπάνω από πρόθυμοι να εκτελούν ανιχνεύσεις, όμως οι τέσσερις τους ήταν κάθε άλλο παρά αρκετοί κι έτσι χρειάστηκε να βρεθούν καλοί δασόβιοι και ιχνηλάτες, όπως και άλογα γι' αυτούς, για να μπορέσουν να φτάσουν στο Πεδίο του Έμοντ πριν από τους Τρόλοκ που θα εντόπιζαν.
Έπειτα έπρεπε να τακτοποιήσει το ζήτημα με τον Μπιούελ Ντώτρυ. Ο ασπρομάλλης κατασκευαστής βελών, με μια μύτη σουβλερή σαν πλατιά αιχμή, ήξερε πολύ καλά ότι οι περισσότεροι αγρότες συνήθως έφτιαχναν μόνοι τα βέλη τους, όμως αρνιόταν ακλόνητα να δεχτεί βοήθεια εδώ στο χωριό, λες και μπορούσε να γεμίσει όλες τις φαρέτρες μόνος του. Ο Πέριν δεν κατάλαβε ούτε ο ίδιος πώς καταπράυνε τα νεύρα του Μπιούελ, όμως με κάποιον τρόπο, όταν έφυγε, ο άλλος δίδασκε χαρούμενος μια ομάδα αγοριών να δένουν και να κολλάνε φτερά χήνας στην άκρη του βέλους.