Ο Έντουαρντ Κάντγουιν, ο στιβαρός βαρελάς, είχε διαφορετικό πρόβλημα. Με τόσους ανθρώπους να θέλουν νερό, έπρεπε να φτιάξει τόσο πολλούς κουβάδες και βαρέλια, που θα έκανε βδομάδες για να περάσει τα τσέρκια μόνος του. Δεν άργησαν να βρεθούν άνθρωποι τους οποίους εμπιστευόταν, τουλάχιστον για να πλανίζουν τις βαρελοσανίδες, όμως ολοένα και περισσότεροι έρχονταν με ερωτήσεις και προβλήματα, στα οποία νόμιζαν ότι μόνο ο Πέριν είχε τις απαντήσεις, από το πού να κάψουν τους νεκρούς Τρόλοκ, ως το αν ήταν ασφαλές να γυρίσουν στα αγροκτήματά τους για να σώσουν ό,τι μπορούσαν. Σ' αυτό το τελευταίο απαντούσε μ' ένα κατηγορηματικό όχι, όποτε το ρωτούσαν —και το ρωτούσαν πιο συχνά από κάθε τι άλλο, άντρες και γυναίκες που κοίταζαν συνοφρυωμένοι τους καπνούς να υψώνονται εκεί έξω― αλλά τις περισσότερες φορές ρωτούσε τους ίδιους ποια ήταν η καλύτερη λύση κατά τη γνώμη τους και μετά τους έλεγε να την εφαρμόσουν. Σπανίως χρειαζόταν να βρει απάντηση ο ίδιος· ο άνθρωποι ήξεραν τι να κάνουν, απλώς τους είχε μπει στο νου αυτή η χαζή ιδέα ότι έπρεπε να τον ρωτήσουν.
Ο Ντάνιλ, ο Μπαν και οι άλλοι τον βρήκαν και επέμεναν να τον ουνοδεύουν με τα άλογα ολόγυρα, κρατώντας εκείνο το λάβαρο, λες και δεν έφτανε το μεγάλο στο Δημόσιο Λιβάδι, ώσπου στο τέλος τους έστειλε να φυλάνε τους άντρες που είχαν ξαναρχίσει να κόβουν δέντρα στο Δυτικό Δάσος. Απ' ό,τι φαινόταν, ο Ταμ τους είχε πει μια ιστορία για κάποιους που λέγονταν Σύντροφοι, στο Ίλιαν, στρατιώτες που ακολουθούσαν το στρατηγό του Ιλιανού στρατού και ρίχνονταν όπου η μάχη ήταν πιο αιματηρή. Ο Ταμ, αν ήταν δυνατόν! Τουλάχιστον, όμως, είχε ξεφορτωθεί το λάβαρο από πίσω του. Ο Πέριν ένιωθε γελοίος με εκείνο το πράγμα να τον ακολουθεί κατά πόδας.
Το πρωινό ήταν προχωρημένο όταν ήρθε ο Λουκ με τ' άλογό του, χρυσομάλλης και αλαζόνας, νεύοντας ελαφρά για να απαντήσει στις λίγες ζητωκραυγές, αν και του Πέριν του φαινόταν μυστήριος ο λόγος για τον οποίο θα μπορούσε να θέλει κάποιος να τον ζητωκραυγάσει. Έφερε μαζί του ένα τρόπαιο, το οποίο έβγαλε από ένα δερμάτινο σάκο και το έστησε σε έναν πάσσαλο στην άκρη του Δημοσίου Λιβαδιού, ώστε να το χαζεύει όλος ο κόσμος. Το ανόφθαλμο κεφάλι ενός Μυρντράαλ. Ο Λουκ ήταν αρκετά σεμνός, μ' ένα συγκαταβατικό τρόπο, όμως άφησε να του ξεφύγει ότι είχε σκοτώσει τον Μυρντράαλ όταν είχε ανταμώσει μια ομάδα Τρόλοκ. Μια κουστωδία θαυμαστών του τον πήρε να δει τη σκηνή της μάχης —έτσι την αποκαλούσαν― όπου είχαν βάλει άλογα να σέρνουν Τρόλοκ σε μεγάλες πυρές, οι οποίες ήδη σήκωναν στήλες μαύρου καπνού. Ο Λουκ με τη σειρά του θαύμασε όλα τούτα, όπως άρμοζε, και μόνο σε ένα-δυο πράγματα κριτικάρισε στον τρόπο που είχε οργανώσει ο Πέριν τους άντρες του· έτσι του είχαν πει οι Δυποταμίτες, ότι ο Πέριν τους είχε παρατάξει όλους και έδινε διαταγές, κάτι που βεβαίως δεν είχε συμβεί καθόλου έτσι.
Ο Λουκ χάρισε ένα πατερναλιστικό, επιδοκιμαστικό χαμόγελο στον Πέριν. «Μια χαρά τα πήγες, αγόρι μου. Ήσουν τυχερός, φυσικά, αλλά υπάρχει και η τύχη των αρχαρίων, μην το ξεχνάμε».
Όταν έφυγε για το δωμάτιό του, στο Πανδοχείο της Οινοπηγής, ο Πέριν έβαλε να κατεβάσουν και να θάψουν το κεφάλι. Δεν ήταν κάτι που έπρεπε να βλέπει ο κόσμος, και ειδικά τα παιδιά.
Οι ερωτήσεις συνεχίζονταν καθώς η μέρα περνούσε, ώσπου ξαφνικά ο Πέριν κατάλαβε ότι ο ήλιος έστεκε ίσια ψηλά, ότι δεν είχε φάει τίποτα και ότι το στομάχι του τον προειδοποιούσε με μεγάλη σαφήνεια. «Κυρά αλ'Κάαρ», είπε κουρασμένα στη γυναίκα με το μακρουλό πρόσωπο που στεκόταν δίπλα στον αναβολέα του, «φαντάζομαι ότι τα παιδιά μπορούν να παίζουν παντού, αρκεί να τα προσέχει κάποιος, ώστε να μην πάνε πέρα από τα τελευταία σπίτια. Μα το Φως, γυναίκα, το ξέρεις καλά αυτό. Ξέρεις από παιδιά πολύ περισσότερα από όσα εγώ! Αν δεν ξέρεις, πώς κατάφερες να μεγαλώσει τέσσερα δικά σου;» Το μικρότερό της ήταν έξι χρόνια μεγαλύτερο από τον Πέριν!
Η Νέλα αλ'Κάαρ έσμιξε τα φρύδια και τίναξε το κεφάλι, κάνοντας την γκρίζα πλεξούδα της να κουνηθεί πέρα-δώθε. Για μια στιγμή του φάνηκε ότι θα τον κατσάδιαζε που της είχε μιλήσει έτσι. Ευχήθηκε να το έκανε, θα ήταν μια αλλαγή ύστερα απ' όλους αυτούς εδώ, που ήθελαν να μάθουν τι κατά τη γνώμη του έπρεπε να γίνει. «Πώς δεν ξέρω από παιδιά», του είπε. «Ήθελα μόνο να ξέρω σίγουρα ότι θα γίνει όπως το θες. Αυτό θα κάνουμε λοιπόν».
Αυτός αναστέναζε και περίμενε να γυρίσει την πλάτη της, πριν στρίψει τον Γοργοπόδη προς το Πανδοχείο της Οινοπηγής. Δυο-τρεις φωνές τον κάλεσαν, αλλά αρνήθηκε να τις ακούσει. Θα γινόταν όπως το ήθελε. Τι είχαν πάθει αυτοί οι άνθρωποι; Ο κόσμος στους Δύο Ποταμούς δεν ήταν έτσι. Οι κάτοικοι του Πεδίου του Έμοντ σίγουρα όχι. Ήθελαν να έχουν λόγο στα πάντα. Οι διαφωνίες ενώπιον του Συμβουλίου του Χωριού και ενώπιον του Κύκλου των Γυναικών έπρεπε να καταλήξουν σε γρονθοκοπήματα γιο να θεωρηθούν άξιες σχολιασμού. Και μπορεί οι γυναίκες του Κύκλου των Γυναικών να νόμιζαν ότι ήταν διακριτικές στις υποθέσεις τους, όμως όλοι οι άντρες ήξεραν τι σήμαινε όταν μια γυναίκα προχωρούσε με το στόμα σφιγμένο και την πλεξούδα τεντωμένη, σαν ουρά θυμωμένης γάτας.