Τι θέλω; σκέφτηκε θυμωμένα. Αυτό που θέλω είναι κάτι να φάω, καθώς και κάποιο μέρος που να μη μου παίρνουν τα αφτιά. Ξεπέζεψε μπροστά στο πανδοχείο, παραπάτησε και σκέφτηκε ότι έπρεπε να προσθέσει ένα κρεβάτι σ' αυτή τη σύντομη λίστα. Ακόμα ήταν μεσημέρι, ο Γοργοπόδης είχε κάνει όλη τη δουλειά και παρ' όλα αυτά ένιωθε κατάκοπος. Ίσως, τελικά, η Φάιλε να είχε δίκιο. Ίσως να ήταν κακή ιδέα να ακολουθήσει τον Λόιαλ και τον Γκαούλ.
Όταν μπήκε στην κοινή αίθουσα, η κυρά αλ'Βέρ του έριξε μια ματιά και σχεδόν τον έσπρωξε σε μια καρέκλα, χαμογελώντας μητρικά. «Ας μη δώσεις άλλες διαταγές για λίγη ώρα», του είπε σταθερά. «Το Πεδίο του Έμοντ μπορεί να αντέξει μια ώρα μόνο του, μέχρι να φας ένα πιάτο φαΐ». Έφυγε πριν προλάβει να της πει ότι το Πεδίο του Έμοντ μπορούσε να επιζήσει μια χαρά χωρίς αυτός να είναι καθόλου εκεί.
Η αίθουσα ήταν σχεδόν άδεια. Η Νάτι Κώθον καθόταν σ' ένα τραπέζι, τυλίγοντας επιδέσμους και βάζοντάς τους σε μια στοίβα μπροστά της, αλλά επίσης είχε το νου της στις κόρες της, στην άλλη άκρη του δωματίου, παρ' όλο που και οι δύο ήταν αρκετά μεγάλες ώστε να έχουν τα μαλλιά τους πλεξούδα. Ο λόγος ήταν απλός. Η Μποντ και η Έλντριν κάθονταν δεξιά κι αριστερά του Άραμ και παρότρυναν τον Μάστορα να φάει. Τον τάιζαν, για την ακρίβεια, και μάλιστα του σκούπιζαν και το πηγούνι. Έτσι που του χαμογελούσαν, ο Πέριν ξαφνιάστηκε που η Νάτι δεν ήταν στο τραπέζι μαζί τους, κι ας είχαν πλεξούδες. Το νεαρό μάλλον θα μπορούσε να τον πει κάποιος όμορφο· ίσως να ήταν πιο όμορφος από τον Γουίλ αλ'Σήν. Η Μποντ και η Έλντριν έδειχναν να το πιστεύουν. Όσο για τον Άραμ, ανταπέδιδε μερικά χαμόγελα —ήταν τροφαντά κοριτσόπουλα· μόνο τυφλός δεν θα το πρόσεχε και ο Πέριν ήταν σίγουρος ότι ο Άραμ δεν ήταν τυφλός μπροστά σε μια ωραία κοπέλα― αλλά δεν κατάπινε μπουκιά δίχως να κοιτάξει τα δόρατα και τις αυτοσχέδιες λόγχες στους τοίχους. Για έναν Τουάθα’αν, αυτό πρέπει να ήταν φρικτό θέαμα.
«Η κυρά αλ'Βέρ είπε ότι βαρέθηκες τελικά τη σέλα σου», είπε η Φάιλε βγαίνοντας από την πόρτα της κουζίνας. Ήταν παράξενο, αλλά φορούσε μια μακριά, λευκή ποδιά, σαν της Μάριν· είχε ανεβάσει τα μανίκια πάνω από τους αγκώνες και είχε αλεύρι στα χέρια. Σαν να το είχε μόλις συνειδητοποιήσει, έβγαλε αμέσως την ποδιά, σκούπισε βιαστικά τα χέρια και την άφησε στη ράχη μιας καρέκλας. «Πρώτη φορά ψήνω κάτι», είπε κατεβάζοντας τα μανίκια καθώς τον πλησίαζε. «Έχει πλάκα να ζυμώνεις. Ίσως θελήσω να το ξανακάνω κάποτε».
«Αν δεν ψήνεις», της είπε, «τότε πού θα βρίσκουμε ψωμί; Δεν θέλω να περάσω όλη τη ζωή μου ταξιδεύοντας, να πληρώνω για το φαγητό μου ή να τρώω ό,τι μπορώ να πιάσω με παγίδες, με τόξο και με σφεντόνα».
Εκείνη χαμογέλασε σαν να της είχε πει κάτι πολύ ευχάριστο, αν και ειλικρινά δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό. «Θα το ψήνει η μαγείρισσα, φυσικά. Μια βοηθός της, πιο συγκεκριμένα, αλλά θα το επιβλέπει η μαγείρισσα φαντάζομαι».
«Η μαγείρισσα», μουρμούρισε εκείνος κουνώντας το κεφάλι. «Ή μια βοηθός της. Φυσικά. Πώς δεν το σκέφτηκα;»
«Τι έγινε, Πέριν; Μοιάζεις ανήσυχος. Δεν νομίζω ότι μπορείς να έχεις καλύτερη άμυνα πλέον χωρίς τείχος».
«Δεν είναι αυτό. Φάιλε, αυτή η ιστορία με τον Πέριν τον Χρυσομάτη παίρνει διαστάσεις. Δεν ξέρω τι νομίζουν ότι είμαι, αλλά συνέχεια με ρωτούν τι να κάνουν, με ρωτούν αν είναι εντάξει, ενώ ήδη ξέρουν τι πρέπει να γίνει, ενώ θα μπορούσαν να βγάλουν μια άκρη αν το σκέφτονταν δύο λεπτά».
Εκείνη έμεινε για λίγο να περιεργάζεται το πρόσωπό του μ' ένα συλλογισμένο βλέμμα στα γερτά μάτια της. «Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που η Βασίλισσα του Άντορ κυβερνούσε πράγματι αυτό το μέρος;» τον ρώτησε έπειτα από λίγο.
«Η Βασίλισσα του Άντορ; Δεν ξέρω στα σίγουρα. Μπορεί εκατό χρόνια. Διακόσια χρόνια. Τι σχέση έχει αυτό;»
«Αυτοί οι άνθρωποι δεν ξέρουν πώς να φερθούν σε μια βασίλισσα ― ή σ' ένα βασιλιά. Προσπαθούν να βγάλουν άκρη. Πρέπει να κάνεις υπομονή μαζί τους».
«Βασιλιά!» είπε αυτός ασθενικά. Το κεφάλι του βυθίστηκε στα χέρια του στο τραπέζι. «Ωχ, Φως μου!»