Γελώντας μαλακά, η Φάιλε του χάιδεψε τα αφτιά. «Ε, μάλλον όχι αυτό, πολύ αμφιβάλλω αν η Μοργκέις θα το ενέκρινε. Έναν ηγέτη, τουλάχιστον. Αλλά σίγουρα θα ενέκρινε έναν άνθρωπο που θα της ξανάφερνε περιοχές που ο θρόνος της δεν έλεγχε εδώ και εκατό χρόνια, ή και περισσότερα. Έναν τέτοιο άνθρωπο σίγουρα θα τον έκανε άρχοντα. Ο Πέριν του Οίκου Αϋμπάρα. Άρχοντας των Δύο Ποταμών. Ωραία ακούγεται».
«Δεν χρειαζόμαστε άρχοντες στους Δύο Ποταμούς», είπε μουγκρίζοντας προς το δρύινο τραπέζι. «Ούτε βασιλιάδες ή βασίλισσες. Είμαστε ελεύθεροι άνθρωποι!»
«Κι οι ελεύθεροι άνθρωποι έχουν την ανάγκη να ακολουθήσουν κάποιον», του είπε τρυφερά. «Οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να πιστέψουν κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό τους, κάτι πλατύτερο από το χωράφι τους. Γι' αυτό υπάρχουν έθνη και λαοί, Πέριν. Ακόμα κι ο Ράεν με την Ίλα βλέπουν τον εαυτό τους ως μέρος κάτι μεγαλύτερου από το καραβάνι τους. Έχασαν τις άμαξες, έχασαν τους περισσότερους συγγενείς και φίλους τους, όμως οι άλλοι Τουάθα’αν ακόμα αναζητούν το τραγούδι και θα το αναζητήσουν πάλι κι αυτοί, επειδή ανήκουν σε κάτι παραπάνω από μερικές άμαξες».
«Σε ποιον ανήκουν αυτά;» ρώτησε ξαφνικά ο Άραμ.
Ο Πέριν σήκωσε το κεφάλι. Ο νεαρός Μάστορας είχε σηκωθεί όρθιος και κοίταζε ταραγμένος τα δόρατα που έκρυβαν τον τοίχο. «Ανήκουν σε όποιον θέλει να πάρει ένα, Άραμ. Κανένας δεν θα σε πειράξει μ' αυτά, πίστεψέ με». Δεν κατάλαβε αν ο Άραμ τον πίστευε, έτσι που ο νεαρός άρχισε να τριγυρνά αργά στο δωμάτιο, με τα χέρια χωμένα στις τσέπες, λοξοκοιτάζοντας τα δόρατα και τους λογχοπελέκεις.
Ο Πέριν έπεσε με τα μούτρα στο φαγητό γεμάτος ευγνωμοσύνη, όταν η Μάριν του έφερε ένα πιάτο φέτες ψητής πάπιας, με γογγύλια, μπιζέλια και ωραίο, τραγανό ψωμί. Ή μάλλον θα έπεφτε με τα μούτρα στο φαγητό, αν η Φάιλε δεν του έβαζε μια πετσετούλα, κεντημένη με λουλουδάκια, κάτω από το πηγούνι και δεν του άρπαζε από τα χέρια το μαχαίρι και το πιρούνι. Το έβρισκε διασκεδαστικό να τον ταΐζει, όπως η Μποντ και η Έλντιν τάιζαν τον Άραμ. Οι κοπέλες χασκογελούσαν βλέποντάς τον και η Νάτι με τη Μάριν επίσης είχαν μικρά χαμόγελα στα χείλη. Ο Πέριν δεν καταλάβαινε που ήταν το αστείο. Ήταν διατεθειμένος, όμως, να κάνει το χατίρι της Φάιλε, παρ' όλο που μόνος θα έτρωγε πιο εύκολα. Τον ανάγκαζε να τεντώνει το λαιμό για να πάρει τη μπουκιά από το πιρούνι.
Ο Άραμ έκανε αργοβαδίζοντας τρεις φορές το γύρο του δωματίου· ύστερα σταμάτησε στη βάση της σκάλας, ατενίζοντας το βαρέλι με τα λογής-λογής σπαθιά. Μετά άπλωσε το χέρι και τράβηξε ένα σπαθί ανάμεσα από τα άλλα, κρατώντας το αδέξια. Η τυλιγμένη με δέρμα λαβή του ήταν αρκετά μακριά ώστε να την κρατήσει με τα δύο χέρια. «Μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτό;» ρώτησε.
Ο Πέριν παραλίγο να πνιγεί.
Η Αλάνα εμφανίστηκε στην κορυφή της σκάλας μαζί με την Ίλα· η Μαστόρισσα φαινόταν κουρασμένη, αλλά η μελανάδα είχε χαθεί από το πρόσωπό της. «...το καλύτερο είναι ο ύπνος», έλεγε η Άες Σεντάι. «Είναι στο μυαλό του αυτό που τον βασανίζει πιο πολύ και δεν μπορώ να το Θεραπεύσω».
Το βλέμμα της Ίλα έπεσε στον εγγονό της, σ' αυτό που κρατούσε, και ούρλιαξε, λες και η λεπίδα είχε χωθεί στη σάρκα της. «Όχι, Άραμ! Όχι!» Παραλίγο να πέσει από στη φούρια της να κατέβει τα σκαλιά και να ριχτεί πάνω στον Άραμ, προσπαθώντας να του ξεκολλήσει τα χέρια από το σπαθί. «Όχι, Άραμ», είπε λαχανιασμένη. «Δεν πρέπει. Άφησε το κάτω. Η Οδός του Φύλλου. Δεν πρέπει! Η Οδός του Φύλλου! Σε παρακαλώ, Άραμ! Σε παρακαλώ!»
Ο Άραμ χόρευε μαζί της, σπρώχνοντάς την αδέξια, προσπαθώντας να κρατήσει το σπαθί μακριά της. «Γιατί όχι;» φώναξε θυμωμένα. «Σκότωσαν τη μητέρα μου! Τους είδα! Μπορούσα να τη σώσω, αν είχα σπαθί. Μπορούσα να τη σώσω!»
Οι λέξεις ήταν σαν μαχαιριές στο στήθος του Πέριν. Ένας Μάστορας με σπαθί ήταν ένα ασυνήθιστο θέαμα, σχεδόν ανατρίχιαζε, όμως αυτά τα λόγια... Η μητέρα του. «Άφησέ τον ήσυχο», είπε πιο τραχιά απ' όσο σκόπευε να μιλήσει. «Κάθε άντρας έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να υπερασπιστεί τους... Έχει το δικαίωμα».
Ο Άραμ έδειξε το σπαθί στον Πέριν. «Θα με μάθεις να το χρησιμοποιώ;»
«Δεν ξέρω πώς», του είπε ο Πέριν. «Θα βρεις κάποιον, όμως».
Δάκρυα κυλούσαν στο παραμορφωμένο από τα συναισθήματα πρόσωπο της Ίλα. «Οι Τρόλοκ μου πήραν την κόρη», έκλαιγε και ολόκληρο το σώμα της σείονταν, «και όλα μου τα παιδιά, εκτός από ένα, και τώρα τον παίρνεις κι αυτόν. Είναι Ξεστρατισμένος εξαιτίας σου, Πέριν Αϋμπάρα. Έγινες λύκος στην καρδιά σου και τώρα θα τον κάνεις λύκο κι αυτόν». Γύρισε και ανέβηκε με ασταθές βήμα τη σκάλα, με τους λυγμούς ακόμα να την τραντάζουν.
«Μπορούσα να τη σώσω!» φώναξε πίσω της ο Άραμ. «Γιαγιά! Μπορούσα να τη σώσω!» Δεν γύρισε καθόλου να τον κοιτάξει κι όταν έστριψε τη γωνία, ο Άραμ σωριάστηκε στο κιγκλίδωμα κλαίγοντας. «Μπορούσα να τη σώσω, γιαγιά. Μπορούσα...»