Ο Πέριν κατάλαβε ότι η Μποντ έκλαιγε κι αυτή, με το πρόσωπο στα χέρια, ενώ οι άλλες γυναίκες τον κοίταζαν κατσουφιασμένες, σαν να είχε κάνει κάτι κακό. Όχι, όχι όλες. Η Αλάνα τον περιεργαζόταν από την κορυφή της σκάλας με τη δυσανάγνωστη ηρεμία των Άες Σεντάι και το πρόσωπο της Φάιλε ήταν σχεδόν εξίσου ανέκφραστο.
Σκούπισε το στόμα του, πέταξε την πετσέτα στο τραπέζι και σηκώθηκε. Ακόμα προλάβαινε να πει στον Άραμ να αφήσει το σπαθί, να πάει και να ζητήσει τη συγνώμη της Ίλα. Προλάβαινε να του πει... τι; Ότι ίσως την άλλη φορά να μην ήταν εκεί για να δει τους αγαπημένους του να πεθαίνουν; Ότι ίσως θα ερχόταν μόνο για να βρει τους τάφους τους;
Ακούμπησε τον ώμο του Άραμ· ο νεαρός αυτός τινάχτηκε και καμπούριασε γύρω από το σπαθί, λες και περίμενε ότι ο Πέριν θα του το έπαιρνε. Η οσμή του Τουάθα'αν περιείχε μια πλημμύρα συναισθημάτων, φόβο, μίσος και θλίψη, που έφτανε βαθιά στην καρδιά. Ξεστρατισμένο, έτσι τον είχε πει η Ίλα. Είχε πράγματι βλέμμα χαμένο.
«Σκούπισε το πρόσωπό σου, Αραμ. Ύστερα πήγαινε και βρες τον Ταμ αλ'Θόρ. Πες ότι του ζητώ να σου μάθει το σπαθί».
Ο άλλος άντρας σήκωσε αργά το πρόσωπο. «Σ' ευχαριστώ», ψέλλισε, σκουπίζοντας τα δάκρυα στα μάγουλα του με το μανίκι. «Σ' ευχαριστώ. Ποτέ δεν θα το ξεχάσω αυτό. Ποτέ. Το ορκίζομαι». Ξαφνικά σήκωσε το σπαθί, για να φιλήσει την ίσια λεπίδα· η λαβή είχε μια μπρούτζινη λυκοκεφαλή για απόληξη. «Το ορκίζομαι. Έτσι δεν γίνεται;»
«Φαντάζομαι πως ναι», είπε λυπημένα ο Πέριν κι αναρωτήθηκε γιατί λυπόταν. Η Οδός του Φύλλου ήταν μια ωραία πίστη, σαν ένα όνειρο ειρήνης, αλλά σαν όνειρο, δεν κρατούσε όταν υπήρχε βία. Δεν ήξερε κάποιο μέρος χωρίς βία. Ένα όνειρο για κάποιον άλλο άνθρωπο, για κάποιους άλλους καιρούς. Για κάποια άλλη Εποχή, ίσως. «Πήγαινε, Άραμ. Έχεις πολλά να μάθεις και ίσως να μην υπάρχει χρόνος». Μουρμουρίζοντας ακόμα τις ευχαριστίες του, ο Μάστορας δεν κάθισε να σκουπίσει τα δάκρυά του, αλλά βγήκε τρέχοντας από το πανδοχείο, κρατώντας το σπαθί όρθιο μπροστά του με τα δύο χέρια.
Ο Πέριν ξαναγύρισε στην καρέκλα του, έχοντας έντονη την αίσθηση ότι η Έλντριν τον κοιτούσε κατσουφιασμένη, η Μάριν με τα χέρια στους γοφούς και η Νάτι συνοφρυωμένη, και βέβαια ότι η Μποντ σιγόκλαιγε. Η Αλάνα δεν ήταν πια στην κορυφή της σκάλας. Η Φάιλε τον κοίταξε να πιάνει το μαχαίρι και το πιρούνι του. «Το αποδοκιμάζεις;» τη ρώτησε ήρεμα. «Κάθε άντρας έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του, Φάιλε. Ακόμα και ο Άραμ. Κανένας δεν μπορεί να τον αναγκάσει να ακολουθήσει την Οδό του Φύλλου, αν δεν το θέλει».
«Δεν μ' αρέσει να σε βλέπω να πονάς», του είπε τρυφερά.
Το μαχαίρι του σταμάτησε για μια στιγμή καθώς έκοβε ένα κομμάτι χήνα. Να πονάει; Αυτό το όνειρο δεν ήταν γι' αυτόν. «Απλώς είμαι κουρασμένος», της είπε και χαμογέλασε. Δεν του φάνηκε να τον πιστεύει.
Πριν προλάβει να φάει δεύτερη μπουκιά, από την μπροστινή πόρτα ξεπρόβαλε το κεφάλι του Μπραν. Φορούσε πάλι το στρογγυλό, ατσάλινο κράνος του. «Έρχονται καβαλάρηδες από το βορρά, Πέριν. Πολλοί καβαλάρηδες. Νομίζω πως είναι Λευκομανδίτες».
Η Φάιλε έτρεξε έξω καθώς ο Πέριν σηκωνόταν και όταν πια αυτός είχε βγει έξω και είχε ανεβεί στον Γοργοπόδη, με το δήμαρχο να μουρμουρίζει μόνος του τι θα έλεγε στους Λευκομανδίτες, αυτή ξαναφάνηκε, πάνω στη μαύρη φοράδα της, από το πλάι του πανδοχείου. Περισσότερος ήταν ο κόσμος που έτρεχε προς το βορρά, παρά αυτοί που έμεναν στις δουλειές τους. Ο Πέριν δεν βιαζόταν καθόλου. Τα Τέκνα του Φωτός ίσως να έρχονταν εδώ για να τον συλλάβουν. Μάλλον αυτό ήταν. Δεν σκόπευε να πάει με αλυσίδες, αλλά δεν ανυπομονούσε να ζητήσει από τους ανθρώπους εδώ να πολεμήσουν Λευκομανδίτες γι' αυτόν. Ακολούθησε πίσω από τον Μπραν και μπήκαν στο πλήθος των μεγάλων και των παιδιών, που περνούσαν τη Γέφυρα των Κάρων πάνω από το Νερό της Οινοπηγής. Οι οπλές του Γοργοπόδη και της Σουώλοου βροντοχτύπησαν τις χοντρές σανίδες. Εκεί, στη γέφυρα, άρχιζε ο Βόρειος Δρόμος, που έφτανε ως το Λόφο της Σκοπιάς και ακόμα παραπέρα. Κάποιες μακρινές στήλες καπνού είχαν γίνει ψιλές τολύπες, καθώς οι φωτιές εξασθενούσαν.
Εκεί που ο δρόμος έβγαινε από το χωριό βρήκε δυο άμαξες να τον φράζουν και άντρες μαζεμένους πίσω από μυτερούς, λοξούς πασσάλους, που κρατούσαν τόξα, δόρατα και τα σχετικά και μύριζαν έξαψη, οι οποίοι μουρμούριζαν μεταξύ τους και σ' όσους στριμώχνονταν εκεί να δουν τι ερχόταν από το δρόμο: μια μακριά, διπλή φάλαγγα από καβαλάρηδες με λευκούς μανδύες, κωνικά κράνη και στιλβωμένη αρματωσιά με σιδερένιο πλέγμα και ελάσματα, που άστραφτε στον απογευματινό ήλιο, οι οποίοι κρατούσαν τις λόγχες με τις ατσάλινες αιχμές γερμένες στην ίδια γωνία και άφηναν πίσω τους ένα σύννεφο καπνού. Επικεφαλής ήταν ένας νεαρός με στητό κορμί και αυστηρό πρόσωπο, που έμοιαζε αόριστα γνώριμος στον Πέριν. Με την άφιξη του δημάρχου τα μουρμουρητά καταλάγιασαν με μια αίσθηση προσμονής. Ή ίσως να ήταν η άφιξη του Πέριν που τους έκανε να ησυχάσουν.