Выбрать главу

Περίπου διακόσια βήματα από τους πασσάλους, ο νεαρός με το αυστηρό πρόσωπο σήκωσε το χέρι και η φάλαγγα σταμάτησε, με τις κοφτές διαταγές να μεταδίδονται προς τα πίσω. Πλησίασε με πέντ' έξι μόνο Λευκομανδίτες για συνοδεία, εξετάζοντας με το βλέμμα τις άμαξες, τους μυτερούς πασσάλους και τους άντρες από πίσω. Ο τρόπος του θα έδειχνε άνθρωπο περιωπής, έστω κι αν δεν είχε τα διακριτικά του βαθμού κάτω από τον ακτινωτό ήλιο στο μανδύα του.

Από κάπου είχε εμφανιστεί ο Λουκ, περίλαμπρος πάνω στο αστραφτερό, μαύρο άτι του, φορώντας κόκκινα ρούχα από απαλό μαλλί, που είχαν χρυσά κεντίδια πάνω. Ίσως να ήταν φυσικό που ο Λευκομανδίτης αξιωματικός διάλεξε να απευθυνθεί στον Λουκ, αν και τα μαύρα μάτια του συνέχισαν την έρευνα. «Είμαι ο Ντάιν Μπόρνχαλντ», ανακοίνωσε τραβώντας τα γκέμια, «Διοικητής των Τέκνων του Φωτός. Για μας το κάνατε αυτό; Άκουσα ότι το Πεδίο του Έμοντ είναι κλειστό για τα Τέκνα, ναι; Αληθώς είναι χωριό της Σκιάς τότε, αφού είναι κλειστό για τα Τέκνα του Φωτός».

Ντάιν Μπόρνχαλντ, όχι Τζέφραμ. Ίσως να ήταν κάποιος γιος. Όχι ότι είχε σημασία. Ο Πέριν υπέθεσε ότι και οι δύο θα προσπαθούσαν να τον συλλάβουν. Και βέβαια το βλέμμα του Μπόρνχαλντ πέρασε από πάνω του και ύστερα τινάχτηκε πίσω. Ένας σπασμός φάνηκε να συνταράζει το νεαρό· το γαντοφορεμένο χέρι του όρμησε στο σπαθί και τα χείλη του τραβήχτηκαν, για να γυμνώσουν τα δόντια του μ' ένα σιωπηλό γρύλισμα. Για μια στιγμή ο Πέριν ήταν σίγουρος ότι ο άλλος θα εφορμούσε, θα έριχνε το άλογό του στο φράγμα των πασσάλων για να τον φτάσει. Έμοιαζε σαν να είχε προσωπική έχθρα με τον Πέριν. Από κοντά, αυτό το σκληρό πρόσωπο έδινε μια αίσθηση νωθρότητας, υπήρχε μια γυαλάδα σε εκείνα τα μάτια, που ο Πέριν είχε συνηθίσει να βλέπει στα μάτια του Μπίλι Κόνγκαρ. Του φάνηκε ότι ανάδινε αχνούς από μπράντυ.

Ο άντρας με τα ρουφηγμένα μάγουλα πλάι στον Μπόρνχαλντ ήταν κάτι παραπάνω από γνώριμος. Ο Πέριν δεν θα ξεχνούσε ποτέ εκείνα τα βαθουλωμένα μάτια, σαν σκοτεινά, αναμμένα κάρβουνα. Ψηλός, λιπόσαρκος και σκληρός σαν αμόνι, ο Τζάρετ Μπάυαρ πράγματι τον κοίταζε με μίσος. Ασχέτως του αν ο Μπόρνχαλντ ήταν ζηλωτής ή όχι, ο Μπάυαρ σίγουρα ήταν.

Ο Λουκ φαίνεται ότι είχε τη σύνεση να μη σφετεριστεί τη θέση του Μπραν —για την ακρίβεια, έμοιαζε προσηλωμένος κάπου αλλού· κοίταζε εξεταστικά τη Λευκομανδίτικη φάλαγγα, καθώς η σκόνη κατακάθιζε και αποκάλυπτε κι άλλα Τέκνα, να εκτείνονται ως πέρα, στο δρόμο― προς μεγάλη αηδία του Πέριν, αν και ο Μπραν τον κοίταξε —κοίταξε το μαθητευόμενο σιδερά― και περίμενε το νεύμα του πριν απαντήσει. Μα ήταν ο δήμαρχος! Ο Μπόρνχαλντ και ο Μπάυαρ ήταν φανερό ότι αντιλήφθηκαν τη σιωπηλή συνεννόηση.

«Το Πεδίο του Έμοντ δεν είναι ακριβώς κλειστό για σας», είπε ο Μπραν ορθώνοντας το ανάστημά του, με το δόρυ στηριγμένο δίπλα του. «Αποφασίσαμε να υπερασπίσουμε τους εαυτούς μας κι έτσι κάναμε σήμερα το πρωί. Αν θέλεις να δεις το έργο μας, κοίτα εκεί». Έδειξε τους καπνούς που υψώνονταν στον ουρανό, από τις πυρές όπου έριχναν τους Τρόλοκ. Μια αηδιαστικά γλυκιά μυρωδιά πλανιόταν στον αέρα, αλλά δεν έδειχνε να την προσέχει κανένας εκτός από τον Πέριν.

«Σκοτώσατε λίγους Τρόλοκ;» είπε περιφρονητικά ο Μπόρνχαλντ. «Η τύχη και η επιδεξιότητά σας με καταπλήσσουν».

«Όχι και λίγους!» φώναξε κάποιος από το πλήθος των Δυποταμιτών. «Εκατοντάδες!»

«Δώσαμε μάχη!» κραύγασε ένας δεύτερος και δεκάδες ακόμα φώναξαν δυνατά ο ένας πάνω στον άλλο.

«Τους πολεμήσαμε και νικήσαμε!»

«Πού ήσασταν εσείς;»

«Μπορούμε να αμυνθούμε χωρίς Λευκομανδίτες!»

«Δύο Ποταμοί!»

«Οι Δύο Ποταμοί και ο Πέριν ο Χρυσομάτης!»

«Χρυσομάτη!»

«Χρυσομάτη!»

Ο Λέοφ, που έπρεπε να είναι στους ξυλοκόπους για να τους φυλάει, άρχισε να ανεμίζει το λάβαρο με τη λυκοκεφαλή.

Το όλο πυρωμένο μίσος βλέμμα του Μπόρνχαλντ τους κοίταξε όλους, όμως ο Μπάυαρ έφερε το καφετί και γκρίζο μουνούχι του μπροστά με μια απαίσια έκφραση. «Εσείς οι αγρότες νομίζετε πως ξέρετε τι θα πει μάχη;» βρυχήθηκε. «Χθες το βράδυ οι Τρόλοκ σχεδόν ισοπέδωσαν ένα από τα χωριά σας! Περιμένετε μέχρι να έρθουν για σας μ' όλες τους τις δυνάμεις και θα ευχηθείτε να μην είχατε γεννηθεί ποτέ!» Σιώπησε όταν ο Μπόρνχαλντ του έκανε ένα κουρασμένο νόημα, ένα άγριο σκυλί που υπάκουγε τον αφέντη του, όμως τα λόγια του είχαν κάνει τους Δυποταμίτες να βουβαθούν.