«Δεν πρόδωσα κανέναν», είπε ο Πέριν με δυνατή φωνή, για να ακουστεί σε όλους. «Αν ο πατέρας σου πέθανε στο Φάλμε, αυτοί που τον σκότωσαν λέγονται Σωντσάν. Δεν ξέρω αν είναι Σκοτεινόφιλοι, όμως ξέρω ότι χρησιμοποιούν τη Μία Δύναμη στη μάχη».
«Ψεύτη!» Σάλια τινάχτηκαν από τα χείλη του Μπόρνχαλντ. «Οι Σωντσάν είναι ένα παραμύθι που το σκάρωσε ο Λευκός Πύργος για να κρύψει τα βδελυρά του ψέματα! Είσαι Σκοτεινόφιλος!»
Ο Μπραν κούνησε με απορία το κεφάλι και έγειρε στο πλάι το ατσάλινο κράνος του για να ξύσει την τούφα των γκρίζων μαλλιών του. «Δεν ξέρω τίποτα γι' αυτούς τους —Σωντσάν;― γι' αυτούς τους Σωντσάν. Αυτό που ξέρω είναι ότι ο Πέριν δεν είναι Σκοτεινόφιλος και ότι εσύ δεν πρόκειται να συλλάβεις κανέναν».
Ο Πέριν συνειδητοποίησε ότι η κατάσταση λεπτό το λεπτό γινόταν ολοένα και πιο επικίνδυνη. Ο Μπάυαρ το είδε και τράβηξε τον Μπόρνχαλντ από το μπράτσο, ψιθυρίζοντάς του, όμως ο Λευκομανδίτης Διοικητής δεν ήθελε, ίσως να μην μπορούσε, να κάνει πίσω τώρα που είχε τον Πέριν μπροστά στα μάτια του. Επίσης, τόσο ο Μπραν όσο και οι Δυποταμίτες είχαν στυλώσει τα πόδια· μπορεί να μην ήταν διατεθειμένοι να αφήσουν τους Λευκομανδίτες να τον πάρουν, ακόμα κι αν ομολογούσε όσα ισχυριζόταν ο Μπόρνχαλντ. Αν δεν έριχνε κάποιος νερό και μάλιστα γρήγορα, θα ξεσπούσαν φλόγες, σαν δεμάτι σανού που πέφτει στο καμίνι.
Δεν του άρεσε καθόλου να σκέφτεται γρήγορα. Ο Λόιαλ είχε δίκιο. Όταν σκέφτεσαι εν θερμώ, οι άνθρωποι παθαίνουν δεινά. Του φαινόταν, όμως, ότι έβλεπε μια διέξοδο. «Είσαι διατεθειμένος να αναβάλεις τη σύλληψη μου, Μπόρνχαλντ; Μέχρι να ξεμπερδέψουμε με τους Τρόλοκ; Εγώ μέχρι τότε δεν πάω πουθενά».
«Γιατί να την αναβάλω;» Ο άνθρωπος ήταν τυφλωμένος από το μίσος. Αν συνέχιζε έτσι, πολλοί καλοί άνθρωποι θα πέθαιναν, το πιθανότερο κι εκείνος, αλλά δεν μπορούσε να το δει. Δεν είχε νόημα να του το επισημάνει.
«Μήπως δεν πρόσεξες σήμερα το πρωί τις φάρμες που καίγονται;» είπε ο Πέριν. Έκανε μια πλατιά χειρονομία, που έδειχνε τα αραιωμένα πια σύννεφα του καπνού. «Κοίτα γύρω σου. Το είπες και μόνος σου. Στους Τρόλοκ δεν αρκεί πια να κάνουν επιδρομές σε ένα-δύο αγροκτήματα κάθε νύχτα. Κάνουν επιδρομές σε χωριά. Αν προσπαθήσεις να επιστρέψεις στο Λόφο της Σκοπιάς, μπορεί να μη φτάσεις. Ήσουν τυχερός που ήρθες ως εδώ. Αλλά αν μείνεις εδώ, στο Πεδίο του Έμοντ» —ο Μπραν γύρισε καταπάνω του και άλλοι άντρες φώναξαν δυνατά, όχι· η Φάιλε τον πλησίασε με το άλογό της και τον άρπαξε από το μπράτσο, όμως αυτός δεν έδωσε σημασία σε τίποτα― «θα ξέρεις πού βρίσκομαι και οι στρατιώτες σου θα είναι ευπρόσδεκτοι για να βοηθήσουν την άμυνά μας».
«Είσαι σίγουρος γι' αυτό, Πέριν;» είπε ο Μπραν αρπάζοντας τον αναβολέα του Γοργοπόδη, ενώ από την άλλη μεριά η Φάιλε προσπαθούσε να τον μεταπείσει βιαστικά. «Όχι, Πέριν! Είναι μεγάλος ο κίνδυνος. Δεν πρέπει... Εννοώ... σε παρακαλώ, μη... Δεν με καίει το Φως, λέω εγώ! Δεν πρέπει να το κάνεις!»
«Δεν θα αφήσω ανθρώπους να μάχονται ανθρώπους, αν περνά από το χέρι μου», τους είπε σταθερά. «Δεν θα κάνουμε εμείς τη δουλειά των Τρόλοκ».
Η Φάιλε του άφησε το χέρι, σχεδόν το πέταξε. Αγριοκοίταξε τον Μπόρνχαλντ, έβγαλε μια ακονόπετρα από το θύλακο της, ένα μαχαίρι από κάπου αλλού και άρχισε να ακονίζει τη λεπίδα με έναν ξυστό ήχο, απαλό σαν μετάξι.
«Ο Χάρι Κόπλιν τώρα δεν θα ξέρει τι να πει», είπε σαρκαστικά ο Μπραν. Ίσιωσε το στρογγυλό κράνος του και έχωσε στο έδαφος την άκρη της λόγχης του. «Ακούσατε τους όρους του. Τώρα ακούστε και τους δικούς μου. Αν έρθετε στο Πεδίο του Έμοντ, δεν θα συλλάβετε κανέναν χωρίς την έγκριση του Συμβουλίου του Χωριού, την οποία δεν θα λάβετε, άρα δεν πρόκειται να συλλάβετε κανέναν. Δεν θα μπείτε σε σπίτι κανενός, αν δεν σας προσκαλέσει. Δεν θα κάνετε φασαρίες και θα συμμετέχετε στην άμυνα όπου και όταν σας ζητηθεί. Και δεν θέλω ούτε να μυρίσω το Δόντι του Δράκοντα! Συμφωνείτε; Αν όχι, μπορείτε να γυρίσετε από κει που ήρθατε». Ο Μπάυαρ κοίταξε το στρογγυλόσωμο άντρα σαν να είχε σηκωθεί ένα πρόβατο στα πίσω πόδια του και να είχε προθυμοποιηθεί να παλέψουν.
Ο Μπόρνχαλντ δεν πήρε το βλέμμα του από τον Πέριν. «Σύμφωνοι», είπε τελικά. «Μέχρι να χαθεί η απειλή των Τρόλοκ, σύμφωνοι!» Γύρισε το άλογό του και κάλπασε προς τις γραμμές των αντρών του, με το χιονόλευκο μανδύα να ανεμίζει πίσω του.
Ενώ ο δήμαρχος διέταζε να παραμερίσουν τις άμαξες, ο Πέριν κατάλαβε ότι ο Λουκ τον κοίταζε. Καθόταν αναπαυτικά στη σέλα του, με το χέρι νωχελικά στη λαβή του σπαθιού, ενώ τα γαλανά μάτια του γελούσαν.
«Νόμιζα ότι θα έφερνες αντίρρηση», είπε ο Πέριν, «απ' όσα άκουσα ότι λες στον κόσμο εναντίον των Λευκομανδιτών».