Ο Λουκ άπλωσε γαλήνια τα χέρια. «Αν αυτοί οι άνθρωποι θέλουν τους Λευκομανδίτες ανάμεσά τους, τότε ας τους πάρουν. Αλλά πρέπει να προσέχεις, νεαρέ Χρυσομάτη. Κάτι ξέρω για το πώς είναι να αγκαλιάζεις τον εχθρό σου. Η λεπίδα του σε τρυπά πιο γρήγορα όταν είναι κοντά σου». Γελώντας, διέσχισε με το άλογό του το πλήθος, ξεκινώντας για το χωριό.
«Έχει δίκιο», είπε η Φάιλε, που ακόμα έξυνε το μαχαίρι της στην ακονόπετρα. «Ίσως ο Μπόρνχαλντ να κρατήσει το λόγο του και να μη σε συλλάβει, αλλά τι θα εμποδίσει κάποιον από τους άντρες του να σε μαχαιρώσει πισώπλατα; Κακώς το έκανες αυτό».
«Έπρεπε», της είπε. «Καλύτερα αυτό, παρά να κάνουμε τη δουλειά των Τρόλοκ».
Οι Λευκομανδίτες έμπαιναν στο χωριό, με τον Μπόρνχαλντ και τον Μπάυαρ επικεφαλής. Αυτοί οι δύο τον αγριοκοίταξαν με ασίγαστο μίσος, ενώ οι άλλοι, που έρχονταν σε διπλές σειρές από πίσω... Ψυχρά, σκληρά μάτια, σε ψυχρά, σκληρά πρόσωπα γυρνούσαν και τον κοίταζαν καθώς περνούσαν. Δεν τον μισούσαν, αλλά στο πρόσωπό του έβλεπαν ένα Σκοτεινόφιλο. Και ο Μπάυαρ ήταν ικανός για όλα.
Έπρεπε να το κάνει, αλλά σκέφτηκε ότι ίσως να μην ήταν άσχημη ιδέα να αφήσει τον Ντάνιλ, τον Μπαν και τους άλλους να τον ακολουθούν, όπως είχαν θελήσει πριν. Δεν θα κοιμόταν ήσυχα χωρίς κάποιον να του φρουρεί την πόρτα. Φρουροί. Σαν τους χαζούς τους άρχοντες. Τουλάχιστον η Φάιλε θα χαιρόταν. Μακάρι μόνο να έχαναν κάπου εκείνο το λάβαρο.
46
Πέπλα
Ήταν πυκνά τα πλήθη στους στενούς, δαιδαλώδεις δρόμους της Καλπίν, κοντά στο Μεγάλο Κύκλο· οι καπνοί από αναρίθμητες φωτιές μαγειρείων, που υψωνόταν πίσω από τους ψηλούς, λευκούς τοίχους, έδειχναν το λόγο. Οι ξινές μυρωδιές του καπνού, των φαγητών και του ξινισμένου, άπλυτου ιδρώτα απλώνονταν βαριές στον αέρα, όπως και τα κλάματα των παιδιών και τα συγκεχυμένα μουρμουρητά, που υπάρχουν όπου μαζεύονται στίφη ανθρώπων, τα οποία έπνιγαν τους στριγκούς κρωγμούς των γλάρων που πετούσαν από πάνω. Τα μαγαζιά σ' αυτή την περιοχή είχαν κλειδώσει οριστικά εδώ και καιρό τα σιδερένια κάγκελα μπροστά στις πόρτες τους.
Η Εγκήνιν, αηδιασμένη, διέσχιζε πεζή την κοσμοσυρροή. Ήταν φρικτό που η τάξη είχε διασαλευτεί τόσο πολύ, που οι αδέκαροι πρόσφυγες είχαν καταλάβει τους κύκλους και κοιμόνταν στις πέτρινες κερκίδες. Ήταν εξίσου άσχημο που αυτοί που τους κυβερνούσαν, τους άφηναν να λιμοκτονούν. Η καρδιά της έπρεπε να χαίρεται —αυτός ο αποκαρδιωμένος όχλος δεν θα αντιστεκόταν στο Κορίν και τότε θα επιβάλλονταν η πρέπουσα τάξη― αλλά δεν άντεχε να τους κοιτάζει.
Οι πιο πολλοί από τους εξαθλιωμένους ανθρώπους γύρω της έμοιαζαν τόσο απαθείς, που δεν αναρωτιόνταν καν για τη γυναίκα που προχωρούσε ανάμεσά τους, η οποία φορούσε μια καθαρή, περιποιημένη, γαλάζια φορεσιά ιππασίας, μεταξωτή αν και με απλό κόψιμο. Το πλήθος ήταν γεμάτο άντρες και γυναίκες των οποίων τα ρούχα ήταν κάποτε φανταχτερά, αλλά τώρα ήταν λερωμένα και τσαλακωμένα, οπότε ίσως να μην ξεχώριζε πολύ ανάμεσά τους. Υπήρχαν κάποιοι λίγοι που έμοιαζαν να αναρωτιούνται μήπως τα ρούχα της σήμαιναν ότι της περίσσευαν νομίσματα στο θύλακο της, αλλά τους απέτρεπε ο επιδέξιος τρόπος που κρατούσε το γερό ραβδί της, που την έφτανε στο ύψος. Σήμερα είχε αναγκαστεί να αφήσει πίσω φρουρούς, χειρήλατη πολυθρόνα και βαστάζους. Αν είχε τέτοια κουστωδία, ο Φλόραν Γκελμπ σίγουρα θα καταλάβαινε ότι τον παρακολουθούσε. Τουλάχιστον το σχιστό φόρεμα ιππασίας της πρόσφερε κάποια ελευθερία κινήσεων.
Ήταν εύκολο να μη χάνει από τα μάτια της το μικρόσωμο ποντικομούρη, ακόμα και μέσα σ' αυτή την ανθρωποθάλασσα, παρ' όλο που έπρεπε να αποφεύγει βοϊδάμαξες ή κάποιο κάρο πού και πού, που συχνά τα έσερναν όχι ζώα, αλλά ιδρωμένοι άντρες γυμνοί από τη μέση και πάνω. Ο Γκελμπ και επτά ή οκτώ σύντροφοί του, σκληροτράχηλοι άντρες με τραχιά πρόσωπα, προχωρούσαν ομαδικά, ενώ ένα ρυάκι από βλαστήμιες ακολουθούσε το διάβα τους. Αυτοί οι άντρες προκαλούσαν το θυμό της. Ο Γκελμπ σκόπευε να ξανακάνει κάποια απαγωγή. Είχε βρει τρεις γυναίκες από τότε που του είχε στείλει το χρυσάφι που είχε ζητήσει, αλλά καμία που να έχει παραπάνω από μια αμυδρή ομοιότητα με τις γυναίκες στον κατάλογό της, και κλαψούριζε κάθε φορά που του τις απέρριπτε. Κακώς τον είχε πληρώσει για την πρώτη εκείνη γυναίκα που είχε απαγάγει από το δρόμο. Η απληστία και η θύμηση του χρυσού προφανώς είχαν ξεπλύνει την άγρια επίπληξη που του είχε κάνει, όταν του είχε δώσει το πουγκί.
Φωνές από πίσω την έκαναν να γυρίσει το κεφάλι και να σφίξει το ραβδί στα χέρια. Είχε ανοίξει λίγος χώρος, όπως συνέβαινε πάντα όταν ξεσπούσε φασαρία. Ένας άντρας που μούγκριζε, με σχισμένο σακάκι που κάποτε ήταν καλοραμμένο, ήταν πεσμένος στα γόνατα στη μέση του δρόμου και έσφιγγε το χέρι του, που ήταν λυγισμένο ανάποδα. Καμπουριασμένη προστατευτικά από πάνω του, μια γυναίκα με τριμμένη, πράσινη εσθήτα έκλαιγε, ενώ ένας άντρας με πέπλο ήδη χανόταν στο πλήθος.