«Ζήτησε απλώς ένα νόμισμα! Απλώς ζήτησε!» Το πλήθος έκλεισε πάλι γύρω τους.
Η Εγκήνιν, κάνοντας μια γκριμάτσα, ξαναγύρισε μπροστά. Και σταμάτησε με μια βλαστήμια, που έκανε μερικούς να την κοιτάξουν ξαφνιασμένοι. Ο Γκελμπ και οι δικοί του είχαν χαθεί. Πλησίασε με κόπο ένα πέτρινο σιντριβάνι, όπου το νερό κυλούσε από το στόμα ενός μπρούτζινου ψαριού, πλάι σε ένα οινοπωλείο με ίσια στέγη, παραμέρισε απότομα δύο γυναίκες που γέμιζαν κατσαρόλες και πήδηξε στο πεζούλι, αγνοώντας τις αγανακτισμένες βρισιές τους. Από κει μπορούσε να δει πάνω από τα κεφάλια του πλήθους. Οι πολύβουοι δρόμοι απλώνονταν προς όλες τις κατευθύνσεις, κουλουριασμένοι γύρω από τους λόφους. Οι στροφές και τα κτίρια με το λευκό γύψο της έκλειναν τη θέα και δεν μπορούσε να δει πάνω από εκατό βήματα στην καλύτερη περίπτωση, αλλά ο Γκελμπ στις λίγες εκείνες στιγμές αποκλείεται να είχε απομακρυνθεί περισσότερο.
Ξαφνικά τον βρήκε να κρύβεται στο κατώφλι μιας βαθιάς πόρτας, τριάντα βήματα πιο πέρα, κι είχε σηκωθεί στις μύτες των ποδιών του για να κοιτάξει το δρόμο. Οι άλλοι εύκολα διακρίνονταν, έγερναν σε κτίρια στις δύο πλευρές του δρόμου και προσπαθούσαν να περάσουν απαρατήρητοι. Δεν ήταν οι μόνοι που ακουμπούσαν στους τοίχους, αλλά οι υπόλοιποι ήταν ζαρωμένοι και αποκαρδιωμένοι, ενώ τα δικά τους, γεμάτα ουλές πρόσωπα με τις σπασμένες μύτες έδειχναν προσμονή.
Άρα θα γινόταν εδώ αυτή η απαγωγή. Κανείς, φυσικά, δεν θα ανακατευόταν, ακριβώς όπως και πριν, που κάποιος είχε σπάσει το χέρι του άλλου. Μα ποια θα απήγαγαν; Αν ο Γκελμπ είχε τελικά βρει κάποια από τη λίστα, η Εγκήνιν θα μπορούσε να φύγει, να τον περιμένει να της πουλήσει τη γυναίκα, να περιμένει για να δει αν ένα α'ντάμ πραγματικά μπορούσε να κρατήσει κι άλλες σουλ'ντάμ εκτός από την Μπέθαμιν. Όμως δεν ήθελε να έρθει πάλι αντιμέτωπη με τη δυσάρεστη επιλογή να κόψει το λαιμό μιας άτυχης γυναίκας, ή να τη στείλει για πούλημα.
Υπήρχαν πολλές γυναίκες που ανέβαιναν το δρόμο προς τον Γκελμπ, οι περισσότερες με διάφανα πέπλα και τα μαλλιά σε πλεξούδες. Δίχως δεύτερη ματιά, η Εγκήνιν απέρριψε δύο γυναίκες που κάθονταν σε χειρήλατες πολυθρόνες με τους φρουρούς δίπλα· οι μπράβοι του Γκελμπ δεν θα τα έβαζαν με ισάριθμους φρουρούς, ούτε θα αντέτασσαν τις γροθιές τους σε σπαθιά. Όποια κι αν ήταν αυτή που κυνηγούσαν, θα είχε το πολύ δυο-τρεις άντρες για συνοδεία και κανείς τους δεν θα ήταν οπλισμένος. Έτσι αποκλείονταν όσες γυναίκες έβλεπε μπροστά της να φορούν κουρέλια, ταλαιπωρημένα ρούχα της υπαίθρου, ή τα πιο κολλητά φορέματα που προτιμούσαν οι Ταραμπονέζες.
Ξαφνικά, δυο γυναίκες που κουβέντιαζαν, στρίβοντας από μια καμπή του δρόμου αρκετά μακριά, τράβηξαν το βλέμμα της Εγκήνιν. Είχαν τα μαλλιά χτενισμένα σε μικρές κοτσίδες και φορούσαν διάφανο πέπλο στο πρόσωπο ― έμοιαζαν με Ταραμπονέζες, αλλά έδειχναν εκτός τόπου εδώ. Αυτά τα λεπτά, σκανδαλιστικά κολλητά φορέματα, το ένα πράσινο και το άλλο γαλάζιο, ήταν από μετάξι, όχι από λινό ή από καλοπλεγμένο μαλλί. Οι γυναίκες που ντύνονταν έτσι κυκλοφορούσαν με χειρήλατες πολυθρόνες· δεν περπατούσαν, ειδικά εδώ. Και δεν κρατούσαν βαρελοσάνιδα στον ώμο σαν ρόπαλα.
Απέρριψε τη μια, εκείνη με τα χρυσοκόκκινα μαλλιά, και εξέτασε την άλλη. Οι μαύρες κοτσίδες της ήταν ασυνήθιστα μακριές, σχεδόν ως τη μέση. Απ' αυτή την απόσταση, η γυναίκα έμοιαζε πολύ με μια σουλ'ντάμ ονόματι Σουρίν. Μα δεν ήταν εκείνη. Η γυναίκα αυτή εδώ θα έφτανε το πολύ ως το σαγόνι της Σουρίν.
Η Εγκήνιν, μουρμουρίζοντας μέσα από τα δόντια της, πήδηξε κάτω και έτρεξε μέσα στο στριμωγμένο πλήθος που τη χώριζε από τον Γκελμπ. Με λίγη τύχη, θα τον έφτανε πάνω στην ώρα για να τον σταματήσει. Ο ανόητος. Ο άπληστος ο ανόητος!
«Έπρεπε να είχαμε νοικιάσει πολυθρόνες, Νυνάβε», ξανάπε η Ηλαίην, ενώ αναρωτιόταν για εκατοστή φορά πώς οι Ταραμπονέζες μιλούσαν χωρίς να τους πιάνεται το πέπλο στο στόμα. Το έφτυσε και συνέχισε. «Θα αναγκαστούμε να τις χρησιμοποιήσουμε κάποια στιγμή».
Ένας ξερακιανός, που τις πλησίαζε δήθεν τυχαία μέσα στο πλήθος, σταμάτησε όταν η Νυνάβε κούνησε απειλητικά τη βαρελοσανίδα της. «Γι' αυτό υπάρχουν οι πολυθρόνες». Ίσως αυτό που τον είχε κάνει να χάσει το ενδιαφέρον του να ήταν το άγριο βλέμμα της. Η Νυνάβε ψηλάφισε τις μαύρες κοτσίδες της, που κρέμονταν πάνω από τον ώμο της, και άφησε έναν ήχο που έδειχνε αηδία· η Ηλαίην δεν ήξερε να πει πότε θα συνήθιζε το γεγονός ότι δεν είχε πια εκείνη τη χοντρή πλεξούδα για να την τραβάει. «Και τα πόδια τα έχουμε για περπάτημα. Πώς θα κοιτάζαμε, πώς θα κάναμε ερωτήσεις, αν μας κουβαλούσαν σαν γουρούνια στην αγορά; Πάνω σ' αυτές τις πολυθρόνες θα αισθανόμουν τελείως ανόητη. Όπως και να έχει, προτιμώ να βασίζομαι στο μυαλό μου, παρά σε άντρες που δεν ξέρω».