Ένας γεροδεμένος φαλακρός με φθαρμένο, καφετί σακάκι άνοιξε δρόμο στο πλήθος και έκανε να την αγκαλιάσει με τα χοντρά μπράτσα του. Η Νυνάβε κατέβασε τη βαρελοσανίδα από τον ώμο ίσια πάνω στο πλακουτσό πρόσωπό του, κάνοντάς τον να οπισθοχωρήσει τρεκλίζοντας και πιάνοντας τη μύτη του, που είχε σπάσει, σίγουρα για δεύτερη φορά.
Η Ηλαίην ακόμα προσπαθούσε να καταπιεί λίγο αέρα για να αφήσει μια έκπληκτη κραυγή, όταν και ένας δεύτερος άντρας, εξίσου μεγαλόσωμος, με παχύ μουστάκι, την έσπρωξε κατά μέρος για να πιάσει τη Νυνάβε. Η Ηλαίην ξέχασε το φόβο της. Το στόμα της σφίχτηκε με οργή και τη στιγμή που τα χέρια του άγγιζαν τη Νυνάβε, του κατέβασε τη βαρελοσανίδα στην κορυφή του κεφαλιού, επιστρατεύοντας όλη της τη δύναμη. Τα γόνατα του άλλου δίπλωσαν και σωριάστηκε με τα μούτρα κάτω, προσφέροντας ένα απολαυστικό θέαμα.
Το πλήθος σκόρπισε, κανένας δεν ήθελε να ανακατευτεί στους μπελάδες του άλλου. Κανείς δεν προσφέρθηκε να βοηθήσει, αν και χρειάζονταν βοήθεια, όπως συνειδητοποίησε η Ηλαίην. Ο άντρας τον οποίο είχε χτυπήσει η Νυνάβε ήταν ακόμα όρθιος, με το στόμα του μισάνοιχτο σε έναν άγριο μορφασμό, γλείφοντας το αίμα που κυλούσε από τη μύτη του και ανοιγοκλείνοντας τις χοντρές παλάμες του, σαν να φανταζόταν ότι στραγγάλιζε κάποιον. Το χειρότερο ήταν ότι δεν ήταν μόνος του. Άλλοι επτά άντρες απλώνονταν γύρω του, για να τους κόψουν κάθε δίοδο διαφυγής, ενώ όλοι, εκτός από έναν, ήταν μεγαλόσωμοι σαν κι αυτόν μπροστά της, με πρόσωπα γεμάτα ουλές και χέρια που έμοιαζαν σαν να είχαν σμιλευτεί από πέτρα. Ένας κοκαλιάρης στενοπρόσωπος, που χαμογελούσε σαν νευρική αλεπού, τους έδινε οδηγίες λαχανιασμένα. «Μη σας ξεφύγει. Αξίζει χρυσάφι, σας λέω. Χρυσάφι!»
Ήξεραν ποια ήταν. Δεν είχαν σκοπό να αρπάξουν τους θυλάκους τους· σκόπευαν να ξεφορτωθούν τη Νυνάβε και να απαγάγουν την Κόρη-Διάδοχο του Άντορ. Ένιωσε τη Νυνάβε να αγκαλιάζει το σαϊντάρ —αν δεν την είχε θυμώσει αυτό αρκετά για να διαβιβάσει, τότε τίποτα δεν θα τη θύμωνε ποτέ― και ανοίχτηκε και η ίδια στην Αληθινή Πηγή. Η Μία Δύναμη χύθηκε μέσα της, μια γλυκιά πλημμύρα που τη γέμισε από την κορυφή ως τα νύχια. Αν η μια ή η άλλη ύφαινε μερικές ροές Αέρα, θα τελείωναν γρήγορα μ' αυτούς τους παλιανθρώπους.
Αλλά δεν διαβίβασε, ούτε και η Νυνάβε. Μαζί οι δυο θα μπορούσαν να δώσουν σ' αυτούς τους άντρες ένα καλό χέρι ξύλο, κάτι που θα έπρεπε να είχαν κάνει οι μητέρες τους. Αλλά δεν θα το τολμούσαν, παρά μόνο αν ήταν η τελευταία λύση.
Αν κάποια του Μαύρου Άτζα ήταν αρκετά κοντά για να τις δει, θα είχαν ήδη προδοθεί με τη λάμψη του σαϊντάρ. Αν διαβίβαζαν για να υφάνουν τις ροές του Αέρα, θα προδίδονταν σε μια Αδελφή που θα τύχαινε να είναι σε κάποιον άλλο δρόμο, εκατό βήματα παραπέρα, ανάλογα με τη δύναμη και την ευαισθησία της. Οι ίδιες έκαναν κυρίως αυτό τις τελευταίες πέντε μέρες, περπατούσαν στην πόλη προσπαθώντας να αισθανθούν κάποια γυναίκα να διαβιβάζει, ελπίζοντας ότι η αίσθηση θα τις έφερνε κοντά στη Λίαντριν και τις υπόλοιπες.
Έπρεπε, επίσης, να σκεφτούν και το πλήθος. Μερικοί άνθρωποι τις προσπερνούσαν από δίπλα, κολλητά στους τοίχους. Οι υπόλοιποι τριγυρνούσαν, βρίσκοντας άλλους δρόμους να ακολουθήσουν. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που αναγνώριζαν ότι υπήρχαν δυο γυναίκες που κινδύνευαν, αν και μόνο χαμηλώνοντας με ντροπή τα μάτια. Αλλά αν έβλεπαν μεγαλόσωμους άντρες να τινάζονται πέρα-δώθε από κάτι που δεν ήταν ορατό...;
Οι Άες Σεντάι και η Μία Δύναμη δεν ήταν κάτι ευπρόσδεκτο στο Τάντσικο αυτό τον καιρό, καθώς κυκλοφορούσαν ακόμα οι παλιές ιστορίες από το Φάλμε, όπως και καινούριες φήμες, που υποστήριζαν ότι ο Λευκός Πύργος υποστήριζε τους Δρακορκισμένους στην ύπαιθρο. Αυτοί οι άνθρωποι μάλλον θα το έβαζαν στα πόδια, αν έβλεπαν να χρησιμοποιείται η Μία Δύναμη. Ή ίσως να γίνονταν όχλος. Ακόμα κι αν οι δυο τους απέφευγαν να τις κάνει χίλια κομμάτια ο όχλος —και δεν ήταν σίγουρη αν μπορούσαν να αποφύγουν κάτι τέτοιο― δεν θα υπήρχε ύστερα τρόπος να το συγκαλύψουν. Πριν δύσει ο ήλιος, το Μαύρο Άτζα θα μάθαινε για την ύπαρξη Άες Σεντάι στο Τάντσικο.
Η Ηλαίην στάθηκε πλάτη με πλάτη με τη Νυνάβε και έσφιξε γερά τη βαρελοσανίδα της. Της ήρθε να γελάσει υστερικά. Αν η Νυνάβε ξανάλεγε ποτέ να βγουν έξω μόνες -περπατώντας― τότε θα ήταν η σειρά της να δει πώς ήταν να σου χώνουν το κεφάλι σ' έναν κουβά νερό. Τουλάχιστον κανείς απ' αυτούς τους αλήτες δεν ήθελε να είναι ο επόμενος που θα κατέληγε με το κεφάλι σπασμένο, σαν τον άλλον, που κείτονταν στις πέτρες του δρόμου.
«Άντε», τους πρότρεψε ο στενοπρόσωπος άντρας, τινάζοντας τα χέρια μπρος. «Άντε! Δυο γυναίκες είναι!» Δεν έκανε να χιμήξει ο ίδιος, όμως. «Άντε, είπα. Μόνο τη μία θέλουμε. Αξίζει χρυσάφι σας λέω».