Выбрать главу

Ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός γδούπος και ο ένας παλιάνθρωπος έπεσε στα γόνατα, σφίγγοντας ζαλισμένος το ανοιγμένο κρανίο του. Μια μελαχρινή με αυστηρό πρόσωπο και γαλάζια φορεσιά ιππασίας τον παρέκαμψε, έστριψε απότομα και χτύπησε με την ανάποδη του χεριού της στο στόμα έναν άλλο, μετά του έβαλε τρικλοποδιά με ένα ραβδί και ύστερα, καθώς ο άντρας έπεφτε, τον κλώτσησε στο κεφάλι.

Και μόνο η προσφορά βοήθειας ήταν κάτι που την κατέπληξε, πόσο μάλλον η πηγή της, όμως η Ηλαίην δεν βρισκόταν σε κατάσταση να έχει και προτιμήσεις. Η Νυνάβε ξεκόλλησε από πάνω της με ένα άναρθρο μουγκρητό και η Ηλαίην χίμηξε μπροστά, φωνάζοντας «εμπρός το Άσπρο Λιοντάρι!» ενώ χτυπούσε τον κοντινότερο αλήτη όσο πιο δυνατά και γρήγορα μπορούσε. Αυτός σήκωσε τα χέρια για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, μοιάζοντας εμβρόντητος. «Εμπρός το Άσπρο Λιοντάρι!» ξαναφώναξε η Ηλαίην την πολεμική ιαχή του Άντορ και ο άλλος γύρισε την πλάτη και το έβαλε στα πόδια.

Γέλασε ασυναίσθητα και γύρισε από την άλλη, ψάχνοντας τον επόμενο να δείρει. Μόνο δύο είχαν απομείνει όρθιοι ή δεν το είχαν σκάσει. Ο πρώτος, εκείνος με τη σπασμένη μύτη, γύρισε να φύγει και η Νυνάβε τον χτύπησε μια τελευταία φορά ανάμεσα στις ωμοπλάτες. Η γυναίκα με το αυστηρό πρόσωπο, χρησιμοποιώντας με κάποιον τρόπο το ραβδί, του ακινητοποίησε το μπράτσο στον ώμο, τραβώντας τον ταυτόχρονα κοντά της και σηκώνοντας τον όρθιο· ήταν ένα κεφάλι ψηλότερός της και ζύγιζε το διπλάσιο, όμως αυτή τον χτύπησε ψυχρά και ταχύτατα με τη βάση της παλάμης τρεις φορές στο σαγόνι. Τα μάτια του γύρισαν στο κεφάλι του, όμως ενώ σωριαζόταν κάτω, η Ηλαίην είδε το στενοπρόσωπο άντρα να σηκώνεται από κάτω· η μύτη του έσταζε αίμα και τα μάτια του ήταν θολά, αλλά τράβηξε ένα μαχαίρι από τη ζώνη και χίμηξε στην πλάτη της γυναίκας.

Χωρίς να το σκεφτεί, η Ηλαίην διαβίβασε. Μια γροθιά Αέρα έκανε τον άντρα να κουτρουβαλήσει. Η αυστηρή γυναίκα γύρισε, όμως ο άλλος έτρεχε στα τέσσερα, ώσπου κατάφερε να σηκωθεί όρθιος και να τρυπώσει στο πλήθος πιο πέρα. Οι άνθρωποι είχαν κοντοσταθεί για να δουν την παράξενη μάχη, αν και κανείς δεν είχε προσφέρει ένα χέρι βοήθειας, εκτός από τη μελαχρινή γυναίκα. Αυτή τώρα κοίταζε αβέβαια την Ηλαίην και τη Νυνάβε. Η Ηλαίην αναρωτήθηκε αν είχε προσέξει τον κοκαλιάρη, που έμοιαζε να τον έχει πετάξει κάτω κάτι αόρατο.

«Σ' ευχαριστώ», είπε ξέπνοα η Νυνάβε καθώς πλησίαζε τη γυναίκα, ισιώνοντας το πέπλο της. «Μου φαίνεται ότι πρέπει να φύγουμε από δω. Ξέρω ότι η Πολιτοφυλακή δεν έρχεται συχνά στους δρόμους, αλλά δεν θα ήθελα να τους εξηγήσω τι έγινε, αν τύχει να περάσουν. Το πανδοχείο μας δεν είναι μακριά. Θέλεις να έρθεις; Ένα φλιτζάνι τσάι είναι το λιγότερο που μπορούμε να προσφέρουμε σε κάποιον που έρχεται να βοηθήσει σ' αυτή την πόλη, την οποία έχει εγκαταλείψει το Φως. Το όνομά μου είναι Νυνάβε αλ'Μεάρα και αυτή είναι η Ηλαίην Τράκαντ».

Η γυναίκα έδειξε να διστάζει. Άρα το είχε προσέξει. «Θα... θα το ήθελα. Ναι. Θα το ήθελα». Πρόφερε τις λέξεις μασημένα, με έναν τρόπο δυσνόητο αλλά κάπως γνώριμο. Ήταν μια αρκετά ωραία γυναίκα και την ομορφιά της τόνιζαν ακόμα περισσότερο τα μαύρα μαλλιά, που έπεφταν στους ώμους της. Είχε μια σκληράδα, όμως, που θα εμπόδιζε κάποιον να χαρακτηρίσει αυτή τη γυναίκα καλλονή. Τα γαλανά μάτια της έδειχναν δύναμη, σαν να είχε συνηθίσει να δίνει διαταγές. Ίσως να ήταν έμπορος με τέτοιο φόρεμα που είχε βάλει. «Με λένε Εγκήνιν».

Η Εγκήνιν δεν δίστασε να φύγει μαζί τους από το κοντινότερο σοκάκι. Ήδη το πλήθος είχε αρχίσει να μαζεύεται γύρω από τους άντρες που κείτονταν στο έδαφος. Η Ηλαίην φανταζόταν ότι οι άντρες θα ξυπνούσαν και θα έβρισκαν ότι τους είχαν αφαιρέσει ό,τι πράγμα αξίας είχαν πάνω τους, ακόμα και τα ρούχα και τις μπότες. Ευχήθηκε να ήξερε πώς είχαν ανακαλύψει την ταυτότητά της, αλλά δεν μπορούσαν να πάρουν κάποιον από αυτούς τους άντρες μαζί τους, ώστε να το μάθουν. Από δω και πέρα οπωσδήποτε θα έπαιρναν σωματοφύλακες κι ας έλεγε ό,τι ήθελε η Νυνάβε.

Η Εγκήνιν μπορεί να μην είχε διστάσει, αλλά ήταν ανήσυχη. Η Ηλαίην το έβλεπε στα μάτια της, καθώς προχωρούσαν στην κοσμοσυρροή. «Το είδες, έτσι δεν είναι;» ρώτησε. Η γυναίκα παραλίγο να σκοντάψει και η Ηλαίην δεν χρειάστηκε άλλη επιβεβαίωση. «Δεν θα σε πειράξουμε. Στο κάτω-κάτω, ήρθες και μας έσωσες», πρόσθεσε βιαστικά. Και πάλι αναγκάστηκε να φτύσει το πέπλο από το στόμα. Η Νυνάβε δεν φαινόταν να αντιμετωπίζει αυτό το πρόβλημα. «Μη με κοιτάς κατσούφικα, Νυνάβε. Είδε τι έκανα».

«Το ξέρω», είπε ξερά η Νυνάβε. «Και ήταν το σωστό. Αλλά δεν βρισκόμαστε κάπου στο παλάτι της μητέρας σου, μακριά από τεντωμένα αφτιά». Έδειξε με μια κίνηση του χεριού τους ανθρώπους γύρω τους. Με τις βαρελοσανίδες τους και με το ραβδί της Εγκήνιν οι περισσότεροι τις απέφευγαν. «Οι περισσότερες φήμες που έχεις ακούσει δεν είναι αληθινές. Ελάχιστες είναι αλήθεια. Μη μας φοβάσαι, αλλά πρέπει να καταλάβεις ότι υπάρχουν πράγματα που δεν θέλουμε να αναφέρουμε εδώ», είπε στην Εγκήνιν.