Выбрать главу

«Να σας φοβηθώ;» Η Εγκήνιν έδειξε να ξαφνιάζεται. «Δεν φαντάστηκα ότι έπρεπε να σας φοβάμαι. Θα μείνω σιωπηλή, μέχρι να θελήσετε να μιλήσουμε». Και τήρησε το λόγο της· προχώρησαν σιωπηλά ανάμεσα στα μουρμουρητά του πλήθους, μέχρι που κατέβηκαν τη χερσόνησο και έφτασαν στην Αυλή των Τριών Δαμάσκηνων. Τα πόδια της Ηλαίην πονούσαν από όλη αυτή την πεζοπορία.

Παρ' όλο που ήταν νωρίς, μερικοί άντρες και γυναίκες κάθονταν στην κοινή αίθουσα και έπιναν αργά κρασί ή μπύρα. Τη γυναίκα με το τσίτερ συνόδευε ένας που έπαιζε φλάουτο, βγάζοντας ήχους λεπτούς, σαν τον ίδιο. Ο Τζούιλιν καθόταν σε ένα τραπέζι κοντά στην πόρτα, καπνίζοντας από ένα κοντό τσιμπούκι. Όταν έφευγαν, αυτός ακόμα δεν είχε γυρίσει από τη νυχτερινή του εξόρμηση. Η Ηλαίην χάρηκε όταν είδε ότι δεν είχε καινούρια κοψίματα ή μελανάδες· το υπογάστριο του Τάντσικο, όπως το ονόμαζε ο Τζούιλιν, έμοιαζε να είναι ακόμα πιο άσπλαχνο από το πρόσωπο που η πόλη παρουσίαζε στον κόσμο. Η μόνη παραχώρηση που είχε προς τα ενδυματολογικά έθιμα της πόλης ήταν ότι είχε αντικαταστήσει το ίσιο, ψάθινο καπέλο του με ένα σκούρο, κωνικό τσόχινο, που το φορούσε γερμένο στο πίσω μέρος του κεφαλιού του.

«Τις βρήκα», είπε και πετάχτηκε από τον πάγκο αρπάζοντας το καπέλο του, πριν δει ότι δεν ήταν μόνες. Έριξε μια επιφυλακτική ματιά στην Εγκήνιν και έκανε μια μικρή υπόκλιση· αυτή του την ανταπέδωσε γέρνοντας το κεφάλι, με μια ματιά εξίσου επιφυλακτική.

«Τις βρήκες;» αναφώνησε η Νυνάβε. «Είσαι βέβαιος; Μίλα, άνθρωπε μου. Κατάπιες τη γλώσσα σου;» τον ρώτησε, παρά τις προειδοποιήσεις της ότι δεν έπρεπε να μιλάνε μπροστά σε άλλους.

«Έπρεπε καλύτερα να πω ότι βρήκα πού βρίσκονταν». Δεν ξανακοίταξε την Εγκήνιν, αλλά διάλεξε τα λόγια του με προσοχή. «Η γυναίκα με τη λευκή πινελιά στα μαλλιά με οδήγησε σε ένα σπίτι, όπου έμενε με αρκετές άλλες γυναίκες, αν και ελάχιστες εμφανίζονταν ποτέ έξω. Οι ντόπιοι νόμιζαν ότι ήταν πρόσφυγες με λεφτά από την ύπαιθρο. Λίγα μένουν τώρα, εκτός από μερικά υπολείμματα τροφίμων στο κελάρι —ακόμα και οι υπηρέτες έχουν φύγει― αλλά από διάφορα στοιχεία θα έλεγα ότι έφυγαν αργά χθες το απόγευμα, ή νωρίς χθες τη νύχτα. Αμφιβάλω αν φοβούνται τη νύχτα του Τάντσικο».

Η Νυνάβε έσφιγγε μια χούφτα κοτσίδες της και οι αρθρώσεις της είχαν ασπρίσει. «Μπήκες μέσα;» είπε με εξαιρετικά ήρεμη φωνή. Η Ηλαίην σκέφτηκε ότι ήταν έτοιμη να σηκώσει τη βαρελοσανίδα, που ήταν στο πλευρό της.

Το ίδιο φάνηκε να σκέφτεται και ο Τζούιλιν, κοιτώντας τη βαρελοσανίδα. «Ξέρεις πολύ καλά ότι δεν ριψοκινδυνεύω σ' αυτά. Το άδειο σπίτι έχει μια περίεργη όψη, μια αλλόκοτη αίσθηση, όσο μεγάλο κι αν είναι. Όταν κυνηγάς κλέφτες τόσον καιρό όσο εγώ, αναγκαστικά μαθαίνεις να βλέπεις μέσα από τα μάτια τους», της είπε.

«Κι αν έχεις πέσει σε καμιά παγίδα;» Η Νυνάβε είπε σχεδόν σφυριχτά τις λέξεις. «Το λαμπρό ταλέντο σου, με το οποίο νιώθεις διάφορα, ξέρει κι από παγίδες;» Το μελαψό πρόσωπο του Τζούιλιν έγινε λιγάκι σταχτί· ύγρανε τα χείλη του, σαν να ήθελε να εξηγήσει κάτι ή να δικαιολογηθεί, όμως εκείνη τον έκοψε. «Θα τα πούμε αργότερα γι' αυτό, αφέντη Σάνταρ». Το βλέμμα της έπεσε για μια στιγμή στην Εγκήνιν· τελικά είχε θυμηθεί ότι υπήρχαν κι άλλα αφτιά εκεί, που άκουγαν. «Πες στη Ρέντρα ότι θα πάρουμε το τσάι στο Δωμάτιο των Μπουμπουκιών που Πέφτουν».

«Στην Αίθουσα των Μπουμπουκιών που Πέφτουν», τη διόρθωσε χαμηλόφωνα η Ηλαίην και η Νυνάβε της έριξε ένα οξύ βλέμμα. Τα νέα που είχε φέρει ο Τζούιλιν της είχαν φέρει άσχημη διάθεση.

Αυτός υποκλίθηκε βαθιά, με τα χέρια απλωμένα. «Όπως προστάζεις, κυρά αλ'Μεάρα, έτσι υπακούω από την καρδιά μου», είπε σαρκαστικά, ξανάβαλε το σκούρο καπέλο στο κεφάλι και βγήκε έξω, ενώ η πλάτη του εξέφραζε εύγλωττα την αγανάκτησή του. Πρέπει να ήταν πολύ δυσάρεστο να δέχεσαι διαταγές από ένα άτομο το οποίο κάποτε φλερτάριζες.

«Ανόητοι άντρες!» μούγκρισε η Νυνάβε. «Κακώς δεν τους αφήσαμε και τους δύο εκεί, στο μόλο του Δακρύου».

«Είναι υπηρέτης σας;» είπε αργά η Εγκήνιν.

«Ναι», απάντησε κοφτά η Νυνάβε, ενώ η Ηλαίην έλεγε «όχι».

Κοιτάχτηκαν, ενώ η Νυνάβε ακόμα έσμιγε τα φρύδια.

«Μπορεί και να είναι, κατά κάποιον τρόπο», αναστέναξε η Ηλαίην, πάνω που η Νυνάβε μουρμούριζε «μάλλον όχι, θα έλεγα».

Η Ρέντρα ήρθε φουριόζα ανάμεσα από τα τραπέζια, με ένα χαμόγελο στα τριανταφυλλένια χείλη της πίσω από το πέπλο. Η Ηλαίην ευχήθηκε να μην έμοιαζε τόσο με τη Λίαντριν. «Α! Τι όμορφες που είστε αυτό το πρωί. Τα φορέματά σας είναι εξαίσια. Πανέμορφα». Λες και η γυναίκα με τα μελιά μαλλιά δεν είχε βοηθήσει να διαλέξουν τα υφάσματα και το κόψιμο τους. Το δικό της φόρεμα ήταν τόσο κόκκινο που θα έκανε για Μάστορα, ενώ οπωσδήποτε δεν ήταν κατάλληλο για δημόσιες εμφανίσεις.