«Αλλά φερθήκατε πάλι ανόητα, ναι; Να γιατί ο έξοχος Τζούιλιν είναι κατσουφιασμένος. Δεν πρέπει να τον στενοχωρείτε έτσι». Ένα λαμπύρισμα στα μεγάλα, καστανά μάτια της έδειχνε ότι ο Τζούιλιν είχε βρει κάποια να φλερτάρει. «Ελάτε. Θα πάρετε το τσάι σας στη δροσιά και χωρίς να σας ενοχλήσει κανείς. Αν χρειαστεί να ξαναβγείτε, θα μου επιτρέψετε να σας προμηθεύσω βαστάζους και φρουρούς, ναι; Η όμορφη Ηλαίην δεν θα έχανε τόσους θυλάκους, αν σας φρουρούσαν σωστά. Αλλά δεν θα μιλήσουμε τώρα για τέτοια πράγματα. Το τσάι σας είναι σχεδόν έτοιμο. Ελάτε». Ήταν μια ικανότητα την οποία μάθαινες, έτσι το έβλεπε η Ηλαίην· έπρεπε να μάθεις να μιλάς χωρίς να τρως το πέπλο σου.
Η Αίθουσα των Μπουμπουκιών που Πέφτουν, σε έναν κοντό διάδρομο που ξεκινούσε από την κοινή αίθουσα, ήταν ένα δωματιάκι δίχως παράθυρα, με χαμηλό τραπέζι και σμιλεμένες καρέκλες με κόκκινα μαξιλαράκια. Η Νυνάβε και η Ηλαίην έτρωγαν εκεί ― παρέα με τον Θομ ή τον Τζούιλιν, ή και τους δύο, όταν η Νυνάβε δεν τα είχε τσουγκρίσει μαζί τους. Οι καλυμμένοι με γύψο, τούβλινοι τοίχοι, που είχαν ζωγραφισμένο πάνω τους ένα σωστό περιβόλι από δαμασκηνιές, καθώς και τη βροχή των λουλουδιών που είχε δώσει το έναυσμα για την ονομασία του δωματίου, ήταν τόσο χοντροί που κανένας δεν θα μπορούσε να κρυφακούσει. Η Ηλαίην σχεδόν έσκισε το πέπλο της καθώς το έβγαζε και πέταξε το αραχνοΰφαντο ύφασμα στο τραπέζι πριν καθίσει· ακόμα και οι Ταραμπονέζες δεν έτρωγαν ή έπιναν φορώντας το. Η Νυνάβε απλώς έβγαλε τη μια άκρη του δικού της από τα μαλλιά, στα οποία ήταν στερεωμένη.
Η Ρέντρα συνέχισε τη φλυαρία μέχρι να σερβιριστούν οι γυναίκες. Στα θέματα της συγκαταλεγόταν η καινούρια μοδίστρα, η οποία έραβε τα φορέματα σύμφωνα με την πιο καινούρια μόδα, από το πιο λεπτό μετάξι που μπορούσε να φανταστεί κανείς —τη σύστησε στην Εγκήνιν, παίρνοντας για απάντηση μια άδεια ματιά· αυτό, όμως, δεν την πτόησε ούτε στο ελάχιστο― και ο λόγος που έπρεπε να ακούνε τον Τζούιλιν, διότι η πόλη ήταν πολύ επικίνδυνη για να βγαίνει πια μια γυναίκα μόνη, ακόμα και με το φως της μέρας, ως το αρωματισμένο σαπούνι, που άφηνε μια ανεπαίσθητη λάμψη στα μαλλιά. Η Ηλαίην αναρωτιόταν μερικές φορές πώς αυτή η γυναίκα διηύθυνε ένα πετυχημένο πανδοχείο, τη στιγμή που έδειχνε να νοιάζεται μόνο για τα μαλλιά και τα ρούχα της. Ήταν φανερό ότι το πανδοχείο ήταν πετυχημένο· η Ηλαίην μπερδευόταν με τον τρόπο που γινόταν αυτό. Φυσικά, φορούσε ωραία ρούχα· απλώς δεν ήταν τα πιο κατάλληλα. Ο υπηρέτης που έφερε το τσάι, τα γαλάζια, πορσελάνινα φλιτζάνια και τα γλυκά σε ένα δίσκο ήταν ο λεπτός νεαρός με τα μαύρα μάτια που γέμιζε συνεχώς με κρασί το κύπελλο της Ηλαίην εκείνη τη βραδιά της ντροπής. Είχε προσπαθήσει να το ξανακάνει αρκετές φορές, μολονότι η Ηλαίην μέσα της είχε ορκιστεί να μην ξαναπεί ποτέ περισσότερο από ένα κύπελλο κρασί. Ήταν ένας χαριτωμένος νεαρός, αλλά του έριξε μια παγερή ματιά κι αυτός έσπευσε να βγει από το δωμάτιο.
Η Εγκήνιν τις κοίταζε σιωπηλά, μέχρι που έφυγε και η Ρέντρα. «Δεν είστε αυτό που περίμενα», είπε μετά, ισορροπώντας το φλιτζάνι στα δάχτυλα μ' έναν παράξενο τρόπο. «Η πανδοχέας φλυαρεί για ασημαντότητες, σαν να ήσασταν αδελφές και ανόητες όπως αυτή, κι εσείς το επιτρέπετε. Ο μελαψός —είναι κάποιο είδος υπηρέτη, νομίζω― σας χλευάζει. Ο νεαρός που σερβίρει σας κοιτάζει με φανερή πείνα στο βλέμμα, και το επιτρέπετε. Είστε... Λες Σεντάι, έτσι δεν είναι;» Χωρίς να περιμένει απάντηση, γύρισε τα γαλάζια μάτια της στην Ηλαίην. «Κι εσύ είσαι του... Είσαι ευγενής. Η Νυνάβε μίλησε για το παλάτι της μητέρας σου».
«Δεν δίνουμε μεγάλη σημασία σ' αυτά τα πράγματα στο Λευκό Πύργο», της είπε πικρόχολα η Ηλαίην, τινάζοντας βιαστικά τα ψίχουλα του κέικ από το πηγούνι της. Ήταν πολύ πικάντικο, σχεδόν ξινό. «Αν μια βασίλισσα πήγαινε εκεί να μάθει, θα έπρεπε να σφουγγαρίζει πατώματα, σαν τις άλλες μαθητευόμενες, και να υπακούει σ' ό,τι θα της έλεγαν».
Η Εγκήνιν ένευσε αργά. «Έτσι κυβερνάτε, λοιπόν. Κυβερνώντας τους κυβερνήτες. Είναι... πολλές... οι βασίλισσες που πηγαίνουν να εκπαιδευτούν έτσι;»
«Καμία απ' όσο ξέρω». Η Ηλαίην γέλασε. «Αν και έχουμε παράδοση στο Άντορ να πηγαίνει εκεί η Κόρη-Διάδοχος. Πολλές αριστοκράτισσες πηγαίνουν, αν και συνήθως δεν θέλουν να γίνει γνωστό, και οι περισσότερες φεύγουν χωρίς να έχουν καν αισθανθεί την Αληθινή Πηγή. Ήταν απλώς ένα παράδειγμα».
«Είσαι κι εσύ του... Είσαι αριστοκράτισσα;» ρώτησε η Εγκήνιν και η Νυνάβε ξεφύσησε.