Выбрать главу

«Η μητέρα μου ήταν αγρότισσα, ενώ ο πατέρας μου έβοσκε πρόβατα και καλλιεργούσε ταμπάκ. Από κει που έρχομαι, ελάχιστοι τα βολεύουν χωρίς να έχουν μαλλί και ταμπάκ για πούλημα. Τι κάνουν οι δικοί σου γονείς, Εγκήνιν;»

«Ο πατέρας μου ήταν στρατιώτης, η μητέρα μου ήταν η... ήταν αξιωματικός σε πλοίο». Ήπιε λίγο τσάι χωρίς μέλι, κοιτώντας τες εξεταστικά. «Ψάχνετε κάποια», είπε τελικά. «Εκείνες τις γυναίκες για τις οποίες είπε ο μελαψός άντρας. Μεταξύ άλλων, εμπορεύομαι και λίγες πληροφορίες. Έχω πηγές που μου λένε πράγματα. Ίσως μπορέσω να βοηθήσω. Δεν θα σας χρεώσω, απλώς θα ζητήσω να μου πείτε κι άλλα για τις Άες Σεντάι».

«Ήδη μας βοήθησες πολύ», είπε βιαστικά η Ηλαίην, καθώς θυμόταν ότι η Νυνάβε είχε πει σχεδόν τα πάντα στον Μπέυλ Ντόμον. «Είμαι ευγνώμων, αλλά δεν μπορούμε να δεχτούμε τίποτα άλλο». Αποκλειόταν να πουν σ' αυτή τη γυναίκα για το Μαύρο Άτζα, όπως επίσης αποκλειόταν να την αναμίξουν χωρίς να της το πουν. «Στ' αλήθεια δεν μπορούμε».

Η Νυνάβε, που είχε μείνει με το στόμα μισάνοιχτο, την αγριοκοίταξε. «Ήμουν έτοιμη να πω το ίδιο», είπε με μια ανέκφραστη φωνή και μετά συνέχισε με περισσότερο ενθουσιασμό. «Οπωσδήποτε αισθανόμαστε αρκετή ευγνωμοσύνη για να απαντήσουμε σε ερωτήσεις, Εγκήνιν. Όσες μπορούμε». Σίγουρα εννοούσε ότι υπήρχαν πολλές ερωτήσεις για τις οποίες δεν είχαν απαντήσεις, αλλά η Εγκήνιν το πήρε διαφορετικά.

«Φυσικά. Δεν θα θίξω τις μυστικές υποθέσεις του Λευκού Πύργου».

«Δείχνεις μεγάλο ενδιαφέρον για τις Άες Σεντάι», είπε η Ηλαίην. «Δεν νιώθω την ικανότητα μέσα σου, αλλά θα μπορούσες να μάθεις να διαβιβάζεις».

Της Εγκήνιν παραλίγο να της πέσει το πορσελάνινο φλιτζάνι. «Μπορείς... να το μάθεις; Δεν το... Όχι. Όχι, δεν θέλω να... να μάθω».

Η ταραχή της λύπησε την Ηλαίην. Ακόμα και μεταξύ των ανθρώπων που δεν φοβούνταν τις Λες Σεντάι, υπήρχαν πολλοί που φοβούνταν ακόμα ό,τι είχε να κάνει με τη Μία Δύναμη. «Τι θέλεις να μάθεις, Εγκήνιν;»

Πριν αυτή προλάβει να μιλήσει, ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα, η οποία άνοιξε και μπήκε μέσα ο Θομ, με τον καλό, καφετή μανδύα που είχε μάθει να φορά όταν έβγαινε έξω. Δεν τραβούσε λιγότερο την προσοχή από τον μπαλωμένο μανδύα βάρδου. Μάλιστα, τον έκανε να φαίνεται αξιοσέβαστος, μαζί με εκείνη τη χαίτη των λευκών μαλλιών του, αν και θα έπρεπε να τα βουρτσίζει συχνότερα. Η Ηλαίην, όταν τον φανταζόταν νεότερο, καταλάβαινε τι είχε τραβήξει τη μητέρα της. Αυτό, βέβαια, δεν τον δικαιολογούσε που είχε φύγει. Πήρε μια ήρεμη έκφραση, πριν τη δει κατσουφιασμένη.

«Μου είπαν ότι δεν είστε μόνες», είπε ο Θομ, κοιτώντας την Εγκήνιν σχεδόν με το ίδιο επιφυλακτικό βλέμμα που την είχε κοιτάξει και ο Τζούιλιν, «Σκέφτηκα, όμως, ότι θα θέλατε να μάθετε πως τα Τέκνα του Φωτός περικύκλωσαν το Παλάτι της Πανάρχισσας σήμερα το πρωί. Βοά ο δρόμος. Φαίνεται ότι αύριο η Αρχόντισσα Αμάθιρα θα ανακηρυχτεί Πανάρχισσα».

«Θομ», είπε κουρασμένα η Νυνάβε, «αν αυτή η Αμάθιρα δεν είναι στ' αλήθεια η Λίαντριν, τότε ποσώς με ενδιαφέρει αν γίνει Πανάρχισσα, Βασιλιάς και Σοφία όλων των Δύο Ποταμών μαζί».

«Το ενδιαφέρον», είπε ο Θομ, ενώ ερχόταν κουτσαίνοντας ελαφρώς στο τραπέζι, «είναι ότι οι φήμες λένε πως η Συνέλευση αρνήθηκε να διαλέξει την Αμάθιρα. Αρνήθηκε. Γιατί λοιπόν την ανακηρύσσουν Πανάρχισσα; Όταν τα πράγματα είναι τόσο παράξενα, αξίζει να τους δίνουμε σημασία, Νυνάβε».

Ο Θομ χαμήλωνε για να καθίσει στην καρέκλα, όταν η Νυνάβε του μίλησε. «Κάνουμε μια ιδιωτική συζήτηση, Θομ. Είμαι βέβαια ότι θα βρεις πιο ευχάριστη την κοινή αίθουσα», του είπε ήρεμα. Ήπιε μια γουλιά τσάι, κοιτώντας τον πάνω από το φλιτζάνι και περιμένοντάς τον να φύγει.

Αυτός κοκκίνισε και ξανασηκώθηκε αμέσως, χωρίς να έχει καν καθίσει, όμως δεν έφυγε αμέσως. «Είτε αλλάξει γνώμη η Συνέλευση, είτε όχι, αυτό πιθανότατα θα προκαλέσει ταραχές. Ο δρόμος ακόμα πιστεύει ότι η Αμάθιρα έχει απορριφθεί. Αν επιμείνετε να βγαίνετε έξω, δεν μπορείτε να το κάνετε μόνες». Κοίταζε τη Νυνάβε, αλλά η Ηλαίην είχε την εντύπωση ότι σχεδόν ακουμπούσε το χέρι του στον ώμο της. «Ο Μπέυλ Ντόμον έχει κλειστεί στο δωματιάκι του στις αποβάθρες και κανονίζει τις υποθέσεις του, σε περίπτωση που χρειαστεί να το σκάσει, αλλά συμφώνησε να προσφέρει πενήντα διαλεχτούς άντρες, σκληρά παλικάρια, μαθημένα σε καβγάδες, που ξέρουν να κουμαντάρουν το μαχαίρι και το σπαθί».

Η Νυνάβε άνοιξε το στόμα της, όμως η Ηλαίην την έκοψε. «Είμαστε ευγνώμονες, Θομ, και σε σένα και στον αφέντη Ντόμον. Σε παρακαλώ πες του ότι δεχόμαστε την ευγενική και γενναιόδωρη προσφορά του». Η Ηλαίην ανταπέδωσε το ανέκφραστο βλέμμα της Νυνάβε. «Δεν θα ήθελα να με απαγάγουν από το δρόμο μέρα μεσημέρι», πρόσθεσε με νόημα.

«Όχι», είπε ο Θομ. «Δεν θα το θέλαμε αυτό». Η Ηλαίην φαντάστηκε ότι άκουσε ένα «παιδί μου» στο τέλος της φράσης του και αυτή τη φορά ο Θομ της άγγιξε τον ώμο ανάλαφρα με τ' ακροδάχτυλα. «Για την ακρίβεια», συνέχισε, «οι άντρες ήδη περιμένουν στο δρόμο απ' έξω. Προσπαθώ να βρω άμαξα· αυτές οι πολυθρόνες είναι ευπρόσβλητες». Έμοιαζε να ξέρει ότι το είχε παρατραβήξει φέρνοντας τους άντρες του Ντόμον πριν συμφωνήσουν οι δύο γυναίκες, πόσο μάλλον μ' αυτά που έλεγε για άμαξα πριν τις ρωτήσει πρώτα, αλλά τις αντιμετώπισε σαν γέρικος, στριμωγμένος λύκος, με τα φουντωτά φρύδια του χαμηλωμένα. «Θα με... λυπούσε... προσωπικά... αν σας συνέβαινε κάτι. Η άμαξα θα είναι εδώ μόλις βρω άλογα. Αν μπορώ να βρω κάτι τέτοιο πια».