Выбрать главу

Με μάτια ορθάνοιχτα, η Νυνάβε προφανώς ήταν σε δίλημμα αν θα έπρεπε ή όχι να του τα ψάλλει με έναν τρόπο που δεν θα τον ξεχνούσε ποτέ, ενώ η Ηλαίην θα προτιμούσε να τον μαλώσουν πιο ευγενικά. Όχι και εντελώς ευγενικά· «παιδί», αν ήταν δυνατόν!

Ο Θομ εκμεταλλεύτηκε το δισταγμό τους για να τους απευθύνει μια υπόκλιση που θα ταίριαζε σε παλάτι. Ύστερα αναχώρησε, όσο ακόμα είχε την ευκαιρία.

Η Εγκήνιν είχε ακουμπήσει κάτω το φλιτζάνι και τις κοίταζε μπερδεμένη. Η Ηλαίην υπέθεσε ότι δεν είχαν δώσει καλή εικόνα για τις Άες Σεντάι, έτσι που είχαν αφήσει τον Θομ να τις φοβερίσει. «Πρέπει να φύγω», είπε η γυναίκα, ενώ σηκωνόταν και έπαιρνε το ραβδί της από τον τοίχο.

«Μα δεν έκανες τις ερωτήσεις», διαμαρτυρήθηκε η Ηλαίην. «Αν μη τι άλλο, σου χρωστάμε απαντήσεις».

«Κάποια άλλη φορά», είπε η Εγκήνιν ύστερα από μια παύση. «Αν επιτρέπεται, θα έρθω μια άλλη φορά. Πρέπει να μάθω για σας. Δεν είστε αυτό που περίμενα». Τη διαβεβαίωσαν ότι θα μπορούσε να έρθει όποτε θα βρίσκονταν εκεί και προσπάθησαν να την πείσουν να μείνει λίγο ακόμα, για να πιει το τσάι και να φάει τα γλυκά, όμως αυτή δεν άκουγε κουβέντα και επέμενε ότι έπρεπε να φύγει αμέσως.

Η Νυνάβε τράβηξε το βλέμμα από την Εγκήνιν, που έβγαινε από την πόρτα, και ακούμπησε τις γροθιές στους γοφούς της. «Να σε απαγάγουν; Σε περίπτωση που το ξέχασες, Ηλαίην, εμένα πήγαν να αρπάξουν εκείνοι οι άνθρωποι!»

«Για να σε βγάλουν από τη μέση και να με πιάσουν», είπε η Ηλαίην. «Σε περίπτωση που το ξέχασες, είμαι η Κόρη-Διάδοχος του Άντορ. Η μητέρα μου θα τους γέμιζε χρυσάφι για να με πάρει πίσω».

«Ίσως», μουρμούρισε με αμφιβολία η Νυνάβε. «Τουλάχιστον δεν είχαν σχέση με τη Λίαντριν. Εκείνες δεν θα έστελναν ένα κοπάδι αθλίων να μας χώσει σ' ένα σακί. Γιατί οι άντρες κάνουν συνεχώς πράγματα δίχως να ρωτούν; Τους ρουφάνε το μυαλό οι τρίχες που φυτρώνουν στο στήθος;»

Η ξαφνική αλλαγή δεν μπέρδεψε την Ηλαίην. «Τουλάχιστον δεν θα έχουμε την έγνοια πού να βρούμε σωματοφύλακες. Συμφωνείς ότι είναι αναγκαίοι, έστω κι αν ο Θομ το παρατράβηξε;»

«Έτσι φαντάζομαι». Η Νυνάβε απεχθανόταν να παραδέχεται ότι είχε κάνει λάθος. Για παράδειγμα, όταν πίστευε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν στόχο εκείνη και όχι την Ηλαίην. «Ηλαίην, συνειδητοποιείς ότι ακόμα δεν έχουμε τίποτα, παρά μόνο ένα άδειο σπίτι; Αν ο Τζούιλιν —ή ο Θομ― κάνει ένα λάθος και τον ανακαλύψουν... Πρέπει να βρούμε τις Μαύρες αδελφές χωρίς να μας υποψιαστούν, αλλιώς δεν θα μπορέσουμε να τις ακολουθήσουμε και να βρούμε τι είναι αυτό που αποτελεί κίνδυνο για τον Ραντ».

«Το ξέρω», είπε υπομονετικά η Ηλαίην. «Αφού το συζητήσαμε».

Η άλλη συνοφρυώθηκε, χωρίς να κοιτάζει πουθενά. «Ακόμα δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα τι είναι, πού είναι».

«Το ξέρω».

«Ακόμα κι αν μπορούσαμε να απαγάγουμε τη Λίαντριν και τις υπόλοιπες αυτή τη στιγμή, δεν γίνεται να το αφήσουμε να βρίσκεται εκεί έξω, έτοιμο να το βρει κάποιος άλλος».

«Το ξέρω αυτό, Νυνάβε». Η Ηλαίην υπενθύμισε στον εαυτό της να δείξει υπομονή και μίλησε με πιο απαλή φωνή. «Θα τις βρούμε. Κάποιο σφάλμα θα κάνουν, οπότε είτε με τις φήμες του Θομ, είτε με τους κλέφτες του Τζούιλιν, είτε με τους ναύτες του Μπέυλ Ντόμον, θα το μάθουμε».

Η Νυνάβε πήρε συλλογισμένη όψη. «Πρόσεξες τα μάτια της Εγκήνιν, όταν ο Θομ ανέφερε τον Ντόμον;»

«Όχι. Λες να τον ξέρει; Γιατί να μην το πει;»

«Δεν ξέρω», είπε εκνευρισμένη η Νυνάβε. «Το πρόσωπό της δεν άλλαξε, τα μάτια της, όμως... Ξαφνιάστηκε. Τον ξέρει. Αναρωτιέμαι τι —» Κάποιος χτύπησε απαλά την πόρτα. «Όλο το Τάντσικο θα έρθει να μας βρει;» μούγκρισε και την άνοιξε απότομα.

Η Ρέντρα αναπήδησε όταν είδε την έκφραση της Νυνάβε, όμως το μόνιμο χαμόγελό της ξαναφάνηκε αμέσως. «Συγχωρήστε με που σας ενοχλώ, όμως είναι μια γυναίκα κάτω που σας ζητάει. Όχι με το όνομα, αλλά σας περιγράφει φτυστές. Νομίζει ότι σας ξέρει, λέει. Τη λένε...» Το τριανταφυλλένιο στόμα σφίχτηκε με μια μικρή γκριμάτσα. «Ξέχασα να τη ρωτήσω το όνομα. Κάνω σαν χαζή κατσίκα σήμερα. Είναι μια καλοντυμένη γυναίκα, όχι μεσόκοπη ακόμα. Δεν είναι από το Τάραμπον». Ανατρίχιασε λιγάκι. «Αυστηρή τη βλέπω. Όταν με πρωτοείδε, με κοίταξε όπως με κοίταζε η μεγάλη μου αδελφή, όταν ήμασταν παιδιά και σκεφτόταν να μου δέσει τις κοτσίδες στο θάμνο».