Выбрать главу

«Ή μήπως μας βρήκαν πρώτα αυτές;» είπε μαλακά η Νυνάβε.

Η Ηλαίην αγκάλιασε την Αληθινή Πηγή πριν προλάβει να το σκεφτεί και ένιωσε ένα ρίγος ανακούφισης ανακαλύπτοντας ότι μπορούσε να το κάνει, ότι δεν την είχαν αποκόψει χωρίς να το καταλάβει. Αν η γυναίκα εκεί κάτω ήταν του Μαύρου Ατζα... Αλλά αν ήταν, γιατί να ανακοινώσει την παρουσία της; Έστω κι έτσι, ευχήθηκε να περιέβαλλε η λάμψη του σαϊντάρ και τη Νυνάβε. Μακάρι να μπορούσε να διαβιβάζει κι εκείνη χωρίς θυμό.

«Να περάσει», είπε η Νυνάβε και η Ηλαίην κατάλαβε ότι κι εκείνη είχε επίγνωση αυτής της αδυναμίας της, καθώς και ότι φοβόταν. Όταν η Ρέντρα γύρισε να φύγει, η Ηλαίην άρχισε να υφαίνει ροές Αέρα, χοντρές σαν σκοινιά και έτοιμες να δέσουν οτιδήποτε, καθώς και ροές Πνεύματος για να αποκόψουν την άλλη από την Πηγή. Αν αυτή η γυναίκα έμοιαζε με κάποια που ήταν στον κατάλογό τους, αν προσπαθούσε να διαβιβάσει έστω και μια σπίθα...

Τη γυναίκα που μπήκε στην Αίθουσα των Μπουμπουκιών που Πέφτουν, φορώντας μια φεγγοβόλα μαύρη εσθήτα με παράξενο κόψιμο, η Ηλαίην δεν την είχε ξαναδεί και σίγουρα δεν ήταν στη λίστα με τις γυναίκες που είχαν φύγει με τη Λίαντριν. Τα μαύρα μαλλιά, που έπεφταν λυτά στους ώμους της, τόνιζαν ένα συμπαθητικό πρόσωπο με μεγάλα, σκούρα μάτια και απαλά μάγουλα, που όμως δεν είχε την αγέραστη όψη των Άες Σεντάι. Έκλεισε την πόρτα πίσω της χαμογελώντας. «Με συγχωρείτε, αλλά σας πέρασα για —» Η λάμψη του σαϊντάρ την περιέβαλε και...

Η Ηλαίην απελευθέρωσε την Αληθινή Πηγή. Υπήρχε κάτι έντονα προστακτικό σ' αυτά τα μαύρα μάτια, στο φωτοστέφανο γύρω της, στη χλωμή ακτινοβολία της Μίας Δύναμης. Τέτοια βασιλική θωριά η Ηλαίην δεν είχε δει ποτέ της. Ένιωσε τον εαυτό της να κλίνει το γόνυ βιαστικά, ενώ αναψοκοκκίνιζε που είχε τολμήσει να σκεφτεί... Τι είχε σκεφτεί; Το μυαλό της δεν δούλευε.

Η γυναίκα τις περιεργάστηκε για μια στιγμή, ένευε ικανοποιημένη και πήγε στο τραπέζι, τραβώντας τη σκαλισμένη καρέκλα στην κεφαλή του. «Ελάτε εδώ για να σας βλέπω καλά», είπε με αυταρχική φωνή. «Ελάτε. Ναι. Έτσι».

Η Ηλαίην συνειδητοποίησε ότι στεκόταν όρθια πλάι στο τραπέζι και κοίταζε τη γυναίκα με τα μαύρα μάτια, η οποία έλαμπε. Έλπιζε να ήταν όλα καλά. Στην άλλη πλευρά του τραπεζιού, η Νυνάβε έσφιγγε στη γροθιά της τις μακριές, λεπτές κοτσίδες της, αλλά κοίταζε την επισκέπτρια με μια χαζή έκφραση αγαλλίασης. Της Ηλαίην της ήρθε να βάλει τα γέλια.

«Πάνω-κάτω αυτό που περίμενα, σύμφωνα με τις πληροφορίες μου», είπε η γυναίκα. «Σχεδόν κοριτσάκια, που προφανώς δεν έχουν μάθει ούτε τα μισά. Αλλά είστε δυνατές· αρκετά δυνατές για να δημιουργήσετε προβλήματα. Ειδικά εσύ». Κάρφωσε τη Νυνάβε με το βλέμμα. «Ίσως κάποια μέρα να γινόσουν κάτι. Αλλά έχεις φράξει τον εαυτό σου, έτσι δεν είναι; Θα μπορούσαμε να σου το αφαιρέσουμε, αλλά θα παρακαλούσες να το κρατήσεις».

Η Νυνάβε ακόμα έσφιγγε γερά τις κοτσίδες της, αλλά το ευχαριστημένο, κοριτσίστικο χαμόγελο χάθηκε από το πρόσωπό της και τα χείλη της τρεμούλιασαν από ντροπή. «Λυπάμαι που έφραξα τον εαυτό μου», είπε σχεδόν ψιθυριστά. «Τη φοβάμαι... τόση δύναμη... τη Μία Δύναμη... πώς είναι δυνατόν να —;»

«Θα μένετε σιωπηλές, εκτός αν σας ρωτώ κάτι», είπε σταθερά η γυναίκα. «Και μην βάζετε τα κλάματα. Είστε περιχαρείς που με βλέπετε, εκστασιασμένες. Το μόνο που θέλετε είναι να με ικανοποιείτε και να απαντάτε στις ερωτήσεις μου με ειλικρίνεια».

Η Νυνάβε ένευσε με ενθουσιασμό, χαμογελώντας με ακόμα μεγαλύτερη αγαλλίαση. Η Ηλαίην συνειδητοποίησε ότι το ίδιο έκανε κι αυτή. Ήταν σίγουρη ότι θα προλάβαινε να απαντήσει πρώτη στις ερωτήσεις. Τα πάντα για να ικανοποιήσει αυτή τη γυναίκα.

«Λοιπόν. Είστε μόνες; Υπάρχουν άλλες Άες Σεντάι μαζί σας;»

«Όχι», είπε γοργά η Ηλαίην, απαντώντας στην πρώτη ερώτηση. «Δεν υπάρχουν άλλες Άες Σεντάι μαζί μας», απάντησε γοργά και στη δεύτερη. Μάλλον θα έπρεπε να της πει ότι αυτές δεν ήταν πραγματικά Άες Σεντάι. Αλλά δεν είχε ερωτηθεί γι' αυτό. Η Νυνάβε την αγριοκοίταζε, με τις αρθρώσεις των δαχτύλων της να έχουν ασπρίσει από το σφίξιμο στις κοτσίδες της, οργισμένη που είχε προλάβει να απαντήσει αυτή πρώτη.

«Γιατί είστε σ' αυτή την πόλη;» είπε η γυναίκα.

«Κυνηγάμε Μαύρες αδελφές», έσπευσε να πει η Νυνάβε, ρίχνοντας μια θριαμβευτική ματιά στην Ηλαίην.

Η συμπαθητική γυναίκα γέλασε. «Να γιατί δεν σας ένιωσα να διαβιβάζετε μέχρι σήμερα. Σοφό εκ μέρους σας να κρυφτείτε, αφού είστε δύο ενάντια σε έντεκα. Κι εγώ ανέκαθεν αυτή την τακτική ακολουθούσα. Ας τριγυρνάνε οι άλλοι ανόητοι δημόσια. Μπορεί να τους γονατίσει μια αράχνη που κρύβεται στις χαραμάδες, μια αράχνη που δεν θα τη δουν, παρά μόνο όταν θα είναι πολύ αργά. Πείτε μου τι ανακαλύψατε γι' αυτές τις Μαύρες αδελφές, όλα όσα ξέρετε γι' αυτές».