Выбрать главу

Η Ηλαίην τα ξεφούρνισε όλα, παλεύοντας με την Νυνάβε ποια θα μιλήσει πρώτη. Δεν ήταν πολλά. Οι περιγραφές, τα τερ'ανγκριάλ που είχαν κλέψει, τα εγκλήματα στο Λευκό Πύργο, ο φόβος μήπως είχαν μείνει εκεί κι άλλες Μαύρες αδελφές, βοηθώντας κάποιον Αποδιωγμένο στο Δάκρυ πριν πέσει η Πέτρα, ο ερχομός τους εδώ για να αναζητήσουν κάτι που ήταν κίνδυνος για τον Ραντ. «Όλες έμεναν μαζί, σε ένα σπίτι», κατέληξε λαχανιασμένη η Ηλαίην, «αλλά έφυγαν χθες το βράδυ».

«Φαίνεται ότι τις πλησιάσατε πολύ», είπε αργά η γυναίκα. «Πάρα πολύ. Τερ'ανγκριάλ. Αδειάστε τους θυλάκους σας στο τραπέζι, τα πουγκιά σας». Το έκαναν κι αυτή τα έψαξε γοργά ανάμεσα στα νομίσματα, τα ραπτικά, τα μαντίλια και τα υπόλοιπα. «Έχετε καθόλου τερ'ανγκριάλ στα δωμάτιά σας; Ανγκριάλ ή σα'ανγκριάλ;»

Η Ηλαίην ένιωθε το συστρεμμένο, πέτρινο δαχτυλίδι να κρέμεται ανάμεσα στα στήθη της, αλλά δεν ήταν αυτή η ερώτηση. «Όχι», είπε. Δεν είχαν τίποτα τέτοιο στα δωμάτια τους.

Η γυναίκα τα παραμέρισε όλα και έγειρε πίσω, σχεδόν μονολογώντας. «Ραντ αλ'Θόρ. Έτσι τον λένε τώρα, λοιπόν». Το πρόσωπό της ξίνισε για μια στιγμή. «Ένας αλαζόνας, που βρωμούσε ευλάβεια και καλοσύνη. Είναι ακόμα ίδιος; Όχι, μην απαντήσετε. Έτσι ρώτησα. Άρα ο Μπε'λάλ είναι νεκρός. Ο άλλος μου μοιάζει με τον Ισαμαήλ. Παρά την περηφάνια του που δεν ήταν τελείως παγιδευμένος, αν και πλήρωσε το τίμημα —όταν τον ξαναείδα, μέσα του είχε απομείνει λιγότερο άνθρωπος απ' όλους εμάς, τους υπόλοιπους· νομίζω ότι σχεδόν πίστευε πως ήταν ο Μέγας Άρχοντας του Σκότους― παρά τα τρεις χιλιάδες χρόνια μηχανορραφιών και δες πού κατέληξε, να τον εξοντώσει ένα αδίδαχτο αγόρι. Ο δικός μου τρόπος είναι καλύτερος. Ήσυχα, μαλακά, στις σκιές. Κάτι για να ελέγξεις έναν άντρα που διαβιβάζει. Ναι, αυτό πρέπει να είναι». Τα μάτια της άστραψαν, καθώς τις εξέταζε τη μια μετά την άλλη. «Λοιπόν. Τι θα κάνω με σας τώρα».

Η Ηλαίην περίμενε υπομονετικά. Η Νυνάβε χαμογελούσε χαζά, τα χείλη της ήταν μισάνοιχτα και γεμάτα προσμονή· έμοιαζε τόσο ανόητο αυτό, σε συνδυασμό με τον τρόπο που έσφιγγε τις κοτσίδες της.

«Είσαι πολύ δυνατή και δεν θέλω να πας άδικα· ίσως κάποια μέρα αποδειχτείς χρήσιμη. Θα ήθελα πολύ να δω τα μάτια του Ράχβιν, όταν θα σε αντιμετωπίσει χωρίς να είσαι φραγμένη», είπε στη Νυνάβε. «Θα σε έδιωχνα για χρόνια απ' αυτό το παιχνίδι, αν μπορούσα. Κρίμα που ο πειθαναγκασμός είναι περιορισμένης χρήσης. Πάντως, με τα λίγα που έχετε μάθει, είστε πολύ πίσω και δεν θα μπορέσετε να τις προφτάσετε. Μάλλον θα πρέπει να σας μαζέψω αργότερα και να φροντίσω για την... επανεκπαίδευση σας». Σηκώθηκε και ξαφνικά η Ηλαίην ένιωσε ολόκληρο το σώμα της να μυρμηγκιάζει. Το μυαλό της φαινόταν να ριγεί· το μόνο που αντιλαμβανόταν ήταν η φωνή της γυναίκας, που βρυχιόταν στα αφτιά της από πολύ μακριά. «Θα μαζέψετε τα πράγματά σας από το τραπέζι και όταν θα τα έχετε βάλει στη θέση τους, δεν θα θυμάστε τίποτα απ' όσα συνέβησαν εδώ, παρά μόνο ότι ήρθα νομίζοντας ότι ήσασταν κάποιες φίλες που ήξερα από την ύπαιθρο. Έκανα λάθος, ήπια ένα φλιτζάνι τσάι και έφυγα».

Η Ηλαίην βλεφάρισε και αναρωτήθηκε γιατί έδενε το πουγκί της δίπλα στο θύλακο της ζώνης της. Κι η Νυνάβε κοίταζε συνοφρυωμένη τα χέρια της, όπως έστρωνε κι εκείνη το θύλακό της.

«Ευχάριστη γυναίκα», είπε η Ηλαίην τρίβοντας το μέτωπό της. Την έπιανε πονοκέφαλος. «Είπε πώς τη λένε; Δεν θυμάμαι».

«Ευχάριστη;» Το χέρι της Νυνάβε σηκώθηκε και τράβηξε απότομα τις κοτσίδες της· αυτή το κοίταξε σαν να είχε κινηθεί με δική του θέληση. «Νομίζω... ότι δεν είπε».

«Τι λέγαμε πριν μπει;» Μόλις είχε φύγει η Εγκήνιν. Τι έλεγαν;

«Θυμάμαι τι ετοιμαζόμουν να πω». Η φωνή της Νυνάβε έγινε πιο σίγουρη. «Πρέπει να βρούμε τις Μαύρες αδελφές χωρίς να μας υποψιαστούν, αλλιώς δεν θα μπορέσουμε να τις ακολουθήσουμε και να βρούμε τι είναι αυτό που αποτελεί κίνδυνο για τον Ραντ».

«Το ξέρω», είπε υπομονετικά η Ηλαίην. Μήπως το είχε ξαναπεί αυτό; Φυσικά και όχι. «Αφού το συζητήσαμε».

Η Εγκήνιν κοντοστάθηκε στις αψιδωτές πύλες που οδηγούσαν έξω από τη μικρή αυλή του πανδοχείου, κοιτάζοντας τους άντρες με τα σκληρά πρόσωπα που περίμεναν ξυπόλητοι, συχνά με γυμνό το στέρνο, ανάμεσα στους αργόσχολους που βρίσκονταν από την εδώ πλευρά του στενού δρόμου. Έμοιαζαν ικανοί να χειριστούν τα κυρτά, πλατιά σπαθιά που κρέμονταν από τις ζώνες τους, όμως τα πρόσωπά τους δεν της φαίνονταν γνώριμα. Δεν θυμόταν αν βρισκόταν κανείς τους στο πλοίο του Μπέυλ Ντόμον, όταν το είχε καταλάβει και το είχε πάει στο Φάλμε. Αν ήταν κάποιος από αυτούς μέσα, η Εγκήνιν έλπιζε ότι δεν θα συσχέτιζε τη γυναίκα με τη φορεσιά ιππασίας μπροστά του με εκείνη με την πανοπλία, η οποία είχε αρπάξει το καράβι.