Выбрать главу

Ξαφνικά κατάλαβε ότι οι παλάμες της ήταν ιδρωμένες. Άες Σεντάι. Γυναίκες που μπορούσαν να χειριστούν τη Δύναμη και δεν ήταν δεμένες στο λουρί, όπως ήταν το πρέπον. Είχε καθίσει στο ίδιο τραπέζι μαζί τους, είχαν μιλήσει. Δεν ήταν αυτό που περίμενε· τούτη ήταν μια σκέψη που δεν μπορούσε να διώξει από το μυαλό της. Μπορούσαν να διαβιβάσουν, επομένως ήταν επικίνδυνες για την πρέπουσα τάξη, επομένως έπρεπε να δεθούν με ασφάλεια στο λουρί ― αλλά... Δεν ήταν όπως της τα έλεγαν στην πατρίδα. Μπορούσες να το μάθεις. Να το μάθεις! Αν απέφευγε τον Μπέυλ Ντόμον —σίγουρα θα την αναγνώριζε― θα μπορούσε να πάει ξανά, Έπρεπε να μάθει κι άλλα. Έπρεπε, περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

Ευχήθηκε να φορούσε μανδύα με κουκούλα. Έσφιξε γερά το ραβδί και ξεκίνησε, διασχίζοντας το πυκνό πλήθος. Οι ναύτες δεν την κοίταξαν δεύτερη φορά και τους παρακολούθησε με το βλέμμα για να σιγουρευτεί.

Δεν πρόσεξε τον άντρα με τα ανοιχτόξανθα μαλλιά και τα βρώμικα, Ταραμπονέζικα ρούχα, που ήταν ζαρωμένος στην πρόσοψη ενός οινοπωλείου με γύψινη επένδυση, στην άλλη μεριά του δρόμου. Είχε λερωμένο πέπλο, παχύ μουστάκι στερεωμένο με κόλλα και το βλέμμα του την ακολούθησε, πριν στραφεί ξανά στην Αυλή των Τριών Δαμάσκηνων. Σηκώθηκε και διέσχισε το δρόμο, αγνοώντας τον αηδιαστικό τρόπο που ακουμπούσαν πάνω του οι περαστικοί. Η Εγκήνιν παραλίγο να τον εντοπίσει, όταν είχε ξεχαστεί και είχε σπάσει το χέρι εκείνου του ανόητου. Ήταν ένας του Αίματος, όπως λογάριαζαν αυτά τα πράγματα σε τούτα τα μέρη, που είχε καταντήσει ζητιάνος, δίχως αρκετή τιμή για να ανοίξει τις φλέβες του. Αηδιαστικό. Ίσως στο πανδοχείο να κατόρθωνε να μάθει τι σκάρωνε η Εγκήνιν, όταν καταλάβαιναν ότι είχε περισσότερα νομίσματα απ' ό,τι έδειχναν τα ρούχα του.

47

Η Αλήθεια Μιας Θέασης

Τα χαρτιά που ήταν σκορπισμένα πάνω στο γραφείο της Σιουάν Σάντσε δεν της κινούσαν ιδιαίτερα το ενδιαφέρον, αλλά αυτή επέμενε. Φυσικά, υπήρχαν άλλοι που διαχειρίζονταν την καθημερινή ρουτίνα του Λευκού Πύργου και άφηναν την Έδρα της Άμερλιν ήσυχη να παίρνει τις σημαντικές αποφάσεις, όμως ανέκαθεν συνήθιζε να ελέγχει ένα-δυο πράγματα στην τύχη κάθε μέρα, χωρίς πρότερη προειδοποίηση, και δεν θα σταματούσε τώρα. Δεν θα άφηνε τις έγνοιες να της περισπάσουν την προσοχή. Όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο. Παραμέρισε το ριγωτό επιτραχήλιό της, βούτηξε προσεκτικά την πένα στο μελάνι και σημείωσε άλλο ένα διορθωμένο άθροισμα.

Σήμερα εξέταζε τους καταλόγους με τις προμήθειες των μαγειρείων, καθώς και την αναφορά του κτίστη για τις προσθήκες στη βιβλιοθήκη, Πάντα την κατέπλησσε το πλήθος των μικροατασθαλιών που οι άνθρωποι νόμιζαν ότι μπορούσαν να κρύψουν. Το ίδιο και το πλήθος εκείνων που διέφευγαν την προσοχή των γυναικών που επέβλεπαν αυτά τα ζητήματα. Για παράδειγμα, η Λάρας, από τότε που ο τίτλος της είχε αλλάξει επισήμως και από απλή μαγείρισσα είχε γίνει Κυρά των Μαγειρείων, έμοιαζε να πιστεύει ότι ήταν ταπεινωτικό να προσέχει τους λογαριασμούς. Η Ντανέλ, από την άλλη μεριά, η νεαρή Καφέ αδελφή που υποτίθεται πως επέβλεπε τον αφέντη Τζοβάριν, τον κτίστη, μάλλον ξεχνιόταν στα βιβλία που συνεχώς της έβρισκε αυτός. Ήταν η μόνη εξήγηση που μπορούσε να βρει για το γεγονός ότι δεν είχε αμφισβητήσει τον αριθμό των εργατών που ισχυριζόταν ο Τζοβάριν ότι είχε προσλάβει, ενώ τα πρώτα φορτία πέτρας μόλις έφταναν στο Βόρειο Λιμάνι από το Κάντορ. Με τόσους άντρες μπορούσε να ξαναχτίσει ολόκληρη τη βιβλιοθήκη. Η Ντανέλ ήταν υπερβολικά ονειροπόλα, ακόμα και για Καφέ. Ίσως να την ξυπνούσε ένα διάστημα δουλειάς στη φάρμα, ως επιτίμιο. Πιο δύσκολα θα νουθετούσε τη Λάρας· δεν ήταν Άες Σεντάι, έτσι η εξουσία της στους βοηθούς, τις λαντζιέρες και τους ψήστες ήταν περιορισμένη. Ίσως, όμως, να μπορούσε να στείλει κι αυτή στην ύπαιθρο για να «αναπαυθεί». Έτσι...

Η Σιουάν ξεφύσησε αηδιασμένη και πέταξε κάτω την πένα της, κάνοντας μια γκριμάτσα στο λεκέ που είχε αφήσει στη σελίδα με τα τακτικά αθροίσματα. «Χάνω το χρόνο μου για να σκέφτομαι αν πρέπει να στείλω τη Λάρας να ξεχορταριάζει», μουρμούρισε. «Είναι τόσο χοντρή, που δεν μπορεί ούτε να σκύψει!»

Αυτό που την εκνεύριζε δεν ήταν το βάρος της Λάρας και το ήξερε· η Λάρας δεν ήταν πιο παχιά απ' όσο άλλοτε, τουλάχιστον έτσι φαινόταν, και το βάρος της δεν την εμπόδιζε να διευθύνει τα μαγειρεία. Δεν υπήρχαν νέα. Αυτό την έκανε να ξεσπά σαν ψαροπούλι που του έχουν κλέψει το ψάρι. Ένα μήνυμα από τη Μουαραίν ότι ο νεαρός αλ'Θόρ είχε το Καλαντόρ και μετά τίποτα τις βδομάδες που είχαν περάσει, αν και οι φήμες στο δρόμο άρχιζαν να λένε το όνομά του σωστά. Ακόμα τίποτα.